«ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.8/5 κατάταξη (11 ψήφοι)

          Ο Γιώργος Παλούμπης σκηνοθετεί την παράσταση «ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ», του Χάρολντ Πίντερ (Harold Pinter), στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Ο λόγος του συγγραφέα είναι έντονα ρεαλιστικός και λιτός με ζωντανούς, καθημερινούς διαλόγους.
          Ένα παντρεμένο ζευγάρι, ο Πίτι και η Μεγκ έχουν μία παραθαλάσσια πανσιόν. Μαζί τους μένει ο Στάνλεϊ Γουέμπερ, πρώην πιανίστας για περίπου έναν χρόνο. Ο πρωταγωνιστής του έργου κρύβεται από τον εχθρικό έξω κόσμο, αλλά η απειλή, τελικά, θα εισβάλει στην επίπλαστη πραγματικότητά του, με τη μορφή δύο άγνωστων προσώπων, μελών κάποιας μυστικής οργάνωσης, με την οποία, πιθανότατα, ο ίδιος να είχε συνδεθεί στο παρελθόν. Οργανώνεται ένα πάρτυ γενεθλίων προς τιμήν του, αν και ο ίδιος αρνείται πως γιορτάζει. Χορός, μουσική, άφθονο αλκοόλ, προπόσεις, παιχνίδια, σκοτάδι. Ο Στάνλεϊ παρών. Ένα υποτιθέμενο αθώο πάρτυ εξελίσσεται σε καφκικό εφιάλτη. Οι πληροφορίες, για το παρελθόν του, είναι συγκεχυμένες και δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την εγκυρότητά τους. Ποιο θα μπορούσε να είναι το μεγάλο αδίκημα που έχει διαπράξει αυτός ο αποτυχημένος πιανίστας στο παρελθόν, για να προκαλέσει την αντίδραση της «οργάνωσης»; Μετά από μια εφιαλτική σκηνή ανάκρισης, που ξεκινάει λογικά και στην πορεία εκτροχιάζεται από τις όλο και πιο παράλογες ερωτήσεις των δύο κακοποιών, μετά από ένα πάρτυ γενεθλίων με κεντρική δράση το απειλητικό παιχνίδι της τυφλόμυγας που λειτουργεί ως παγίδα για τον Στάνλεϊ, ο τελευταίος καταλήγει σαν μανιακός, για να τον δούμε τελικά στην τρίτη πράξη να έχει πέσει σε μια σχεδόν κατατονική κατάσταση, να κινείται άγαρμπα και να παράγει μόνο ζωώδεις ήχους, ενώ ο Γκόλντμπεργκ και ο Μακ Καν τον απομακρύνουν οριστικά από το ασφαλές του καταφύγιο. Τα ερωτήματα που προκύπτουν σε σχέση με το παρελθόν, τα κίνητρα και τις επιδιώξεις των προσώπων είναι, για ακόμη μια φορά, πολλά και παραμένουν αναπάντητα μέχρι το τέλος του έργου.
          Ένα έργο σαν το «ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ» είναι δύσκολο να κατανοηθεί μετά το «σοκ» της πρώτης επαφής, καθώς τα νοήματά του είναι ποικιλόμορφα, πολύπλοκα, ανοιχτά και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ενός μεγάλου αριθμού αναλύσεων και ερμηνειών, θεωρητικών και σκηνοθετικών. Το στοιχείο του παραλόγου έγκειται περισσότερο στη σχέση αιτίου - αιτιατού των γεγονότων του έργου, παρά σε επίπεδο λόγου ή δομής. Δεν υπάρχει αντιστοίχιση παρελθόντος - παρόντος, γεγονότων - αφηγήσεων. Μοιάζει με βουβό συμφωνημένο ψέμα, δεν έχει σημασία εάν τα πράγματα όντως συνέβησαν έτσι, αρκεί κάποιος να πιστεύει σε αυτό. Μας εισάγει σε μια αμηχανία που προκύπτει από τις σχέσεις αυτών των ανθρώπων που βιώνουν την έλλειψη συγκρότησης οποιασδήποτε ταυτότητας. Ένα παιχνίδι ρόλων εκτυλίσσεται και καταλήγει σε μια οχύρωση πίσω απ' αυτούς. Έτσι, λοιπόν, όλοι έχουν ψευδαισθησιακά τους ρόλους τους, αλλά κάτι το απροσδιόριστο δημιουργεί πλήρη σύγχυση. Φαινομενικά είναι μια πάλη για την εξουσία, στην πραγματικότητα όμως, είναι μια πάλη για τον καθορισμό της ταυτότητας και τα αποτελέσματά της μπορεί να είναι καταστροφικά για τον έναν ή και για όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται σε αυτήν.
          Η καταγωγή των δύο «μυστηριωδών» απειλητικών εισβολέων, Γκόλντμεργκ και Μακ Καν, - Εβραίος ο πρώτος, Ιρλανδός ο δεύτερος - δεν αποτελεί τυχαία επιλογή, καθώς αντιπροσωπεύουν τις δύο κυρίαρχες θρησκείες της Δύσης και τις δύο πιο κατατρεγμένες φυλές.
          Φορέας της βίας στο έργο, ωστόσο, είναι και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Στη σουρεαλιστική σκηνή της τυφλόμυγας, όπου ο Στάνλεϊ προσπαθεί να στραγγαλίσει τη σπιτονοκοκυρά του Μεγκ και να βιάσει τη νεαρή γειτόνισσα Λούλου, αποκαλύπτονται οι βαθύτερες οιδιπόδειες επιθυμίες του και η σχέση αγάπης – μίσους που τρέφει για τα γυναικεία πρόσωπα του έργου, τα οποία έχουν μεταμορφωθεί σε απειλητικά θηλυκά σύμβολα στο διαταραγμένο του μυαλό.
          Ο Γιώργος Παλούμπης ενορχηστρώνει, στέρεα, μία θραυσματική πραγματικότητα με θίασο αξιώσεων. Δημιουργεί μία αινιγματική θεατρική συνθήκη, όπου αιωρείται ένα διαρκές υποδόριο αίσθημα απειλής και φόβου με ψήγματα χιούμορ.
          Η μετάφραση, του Αντώνη Γαλέου, συνεπής, στην ουσία του «αχαρτογράφητου» κειμένου.
          Ενδεικτικό το σκηνικό τοπίο, της Νατάσσας Παπαστεργίου, παραπέμπει σε λόμπι παρατημένης πανσιόν με σκουρόχρωμα έπιπλα αντίκες.
          Οι ενδυματολογικές επιλογές της προαναφερθείσης, συμβατές στην ιδιοσυγκρασία του κάθε χαρακτήρα.
          Οι καλορυθμισμένοι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα και η υπαινικτική μουσική του Παύλου Κατσιβέλη, συναινούν καίρια στο μυστήριο και το σασπένς.
          Η διανομή των ηθοποιών σφριγηλή και στοχευμένη. Όλοι οι χαρακτήρες -που με μαεστρία έχει πλάσει ο δραματουργός- διαθέτουν μία ιδιαίτερη, ιδιόρρυθμη προσωπικότητα με ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία κρύβονται επιμελώς κάτω από την επιφάνεια.
          Ο μυστήριος «Στάνλεϊ» του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, είναι ένα νωχελικό άτομο που ζει στο σκοτάδι και επιζητά την αφάνεια στην ξεχασμένη πανσιόν για να ξεφύγει πιθανότατα από το «ένοχο» παρελθόν του. Η ερμηνεία του εκφραστική, με μέτρο και συνέπεια.
          Η Αθηνά Τσιλύρα υποδύεται τη «Μεγκ», την καλοκάγαθη ιδιοκτήτρια της πανσιόν με πάθος και ευγλωττία. Μία χυμώδης γυναίκα με εκρηκτικό ταπεραμέντο, δέσμια σ΄ έναν προβληματικό γάμο, ζει και αναπνέει για τον μοναδικό της ένοικο. Μία ιδιόρρυθμη σχέση που της καλύπτει τα μητρικά και ερωτικά της κενά.
          Ο Φώτης Θωμαΐδης ενσαρκώνει τον άβουλο, λιγομίλητο, σχεδόν κατατονικό «Πίτι», σύζυγο της Μεγκ και συνιδιοκτήτη της πανσιόν, με υποκριτική νηφαλιότητα. Είναι το πρόσωπο που αρθρώνει την πιο σημαντική ατάκα στο φινάλε του έργου, μία πρόταση ανυπακοής προς τους δυνάστες, έστω και σε μορφή ψιθύρου, ανήμπορος να αντιδράσει πιο δυναμικά: «Σταν, μην τους αφήσεις να σε κάνουν ό,τι θέλουν!».
          Οι «Γκόλντμεργκ» και «Μακ Καν» αποτυπώνονται ευκρινώς στα πρόσωπα του Γιάννου Περλέγκα και Γιάννη Στεφόπουλου αντίστοιχα. Ένα αχτύπητο δίδυμο που εισβάλλει ξαφνικά και διαταράσσει την φαινομενική γαλήνη των ενοίκων της πανσιόν. Στιβαροί, δυναμικοί, κυνικοί, πυροδοτούν τη δράση σαν συγκοινωνούντα δοχεία, αφού ο πρώτος δίνει διαταγές και ο δεύτερος είναι το εκτελεστικό όργανο. Δύο ηθοποιοί με ευκαμψία και ευθυβολία, αναντίρρητα.
          Η Άλκηστις Ζιρώ σκιαγραφεί πειστικά τη νεαρή γειτόνισσα «Λούλου», τη μόνη αχτίδα φωτός στη μουντή πανσιόν. Η ομορφιά, η θετική της αύρα και η φρεσκάδα της «θυσιάζονται» όμως, στον βωμό της αδιάκριτης περιέργειά της.
          Αινιγματικό, ευφυές, τρομαχτικό, δύσκολο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το πιντερικό «ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ», χτισμένο σε έναν ανατριχιαστικά οικείο χώρο που μοιάζει με εμπόλεμη περιοχή. Ένα κοινωνικοπολιτικό έργο, που προβάλλει την υποχρέωση κάθε ατόμου να αντιστέκεται σε κάθε μορφή βίαιης εξουσίας και καλεί τον θεατή να ερμηνεύσει την υπόθεση μέσα από τις δικές του αδυναμίες και φοβίες.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.