ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

Το συγγραφικό πόνημα του Ιρλανδού Σάμουελ Μπέκετ «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ», έμελλε να οριοθετήσει το σημείο εκκίνησης του σύγχρονου θεάτρου, καταργώντας τις μέχρι τότε συμβατικές θεατρικές φόρμες.
Με τον ιδιόμορφο θεατρικό του λόγο και τους χαρακτηριστικούς του αντιήρωες, ο δημιουργός επιχειρεί μια ουσιαστική κατάδυση στο υποσυνείδητο και το παράλογο της οδύνης της ανθρώπινης ύπαρξης με μια «ιλαροτραγωδία σε δύο πράξεις». Δεν παύει στιγμή να προβληματίζεται πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, την αποξένωση, την εγκατάλειψη και την παραίτηση ενώ παράλληλα αμφισβητεί τον ορθολογισμό του μοντερνισμού, τις αυθεντίες των φιλοσοφικών στοχασμών και την αλήθεια των θρησκευτικών κειμένων.
Ο αινιγματικός, πολυσημικός νοηματικός πυρήνας του έργου γίνεται αφορμή για πολυάριθμες αναλύσεις και αναπαραστάσεις μέχρι και σήμερα. Ένα πεδίο ανοιχτό, ορατό και σκοτεινό, όπου τα πάντα παραμένουν εκτεθειμένα στη δίνη ενός φαύλου κύκλου. Ανθρώπινα θραύσματα, παγιδευμένα σε μία αέναη επαναληπτικότητα, αναζητούν τη διαλεκτική τους ταυτότητα στα ερείπια του κόσμου.
Σε μία απέραντη, αχαρτογράφητη, άχρονη ερημική περιοχή με μοναδικό δείγμα ζωής ένα γυμνό δέντρο, ο «Βλαντιμίρ» και ο «Εστραγκόν», δύο περιπλανώμενοι φουκαράδες, προσμένουν καθημερινά τον «Γκοντό», έναν άγνωστο «σωτήρα» που θα τους βγάλει από την ατέρμονη αδράνειά τους και τη σκληρή πραγματικότητα. Προσπαθούν να ροκανίσουν τον χρόνο μέχρι την έλευσή του, εφευρίσκοντας διάφορους τρόπους. Εκείνος όμως, μ' ένα νεαρό αγόρι, σύμβολο της ελπίδας, τους αναγγέλλει τον ερχομό του για την επομένη μέρα, που τελικά δεν πραγματοποιείται. Αντ' αυτού, ο ερχομός των αλλόκοτων «Πότζο» και «Λάκυ», κάθε φορά, είναι μια ευκαιρία για διασκέδαση με διάφορα ευτράπελα.
Η ανθρώπινη θνητότητα εκφράζεται και διακωμωδείται στα ταλαιπωρημένα κορμιά των πρωταγωνιστών. Ο «Βλαντιμίρ» και ο «Εστραγκόν» δεν είναι δυο κλοσάρ, δυο παλιάτσοι, δυο επαίτες, αλλά «ολόκληρη η ανθρωπότητα». Ο «Πότζο» και ο «Λάκυ» δεν είναι ο αφέντης και ο δούλος, αλλά ολόκληρη η «εξουσία». Η ελπίδα των ηρώων για μια σανίδα σωτηρίας που δεν έρχεται ποτέ, ο αυτοσαρκασμός και ο σωματικός τους πόνος, καταδεικνύουν πως τόσο η οδύνη όσο και η κωμική πλευρά τους, είναι χαρακτηριστική της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο έμπειρος Γιάννης Κακλέας, αποδεικνύει ότι μπορεί να αφουγκραστεί την κωμικοτραγική ποιότητα του Γκοντό, στηριζόμενος στον ελλειπτικό λόγο, το χιούμορ και την ακριβή σωματική διάδραση των πρωταγωνιστικών ντουέτων. Κινεί τα νήματα μιας ποιοτικής θεατρικής κατασκευής, όπου περικλείει τον χρόνο, αγκαλιάζει τη σιωπή και κλείνει το μάτι στο μέλλον.
Το μίνιμαλ σκηνικό τοπίο (Σάκης Μπιρμπίλης – Γιάννης Κακλέας) αναμενόμενο με το γυμνό δένδρο να δεσπόζει ως σημείο αναφοράς των ηρώων. Το κουφάρι ενός αυτοκινήτου ως ένδειξη νωθρότητας και η μεταλλική πλατφόρμα που λειτουργεί σαν χρονοκάψουλα στο βάθος της σκηνής, οι μόνες προσθήκες με συμβολιστικό πρόσημο.
Οι «ομιλητικοί» φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα επιμελώς «πολυκαιρισμένα» κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη και οι ευεργετικές μουσικές επιλογές σφραγίζουν καθοριστικά το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα.
Ο θίασος, υποκριτικά ώριμος και αφοσιωμένος, σωματοποιεί τον λόγο και την έκφραση με τρόπο ακριβή και πειθαρχημένο. Τέσσερις άνδρες ηθοποιοί, χάρμα οφθαλμών, αποδίδουν τα μέγιστα στο μπεκετικό αριστούργημα.
Ο «Βλαντιμίρ» του Θανάση Παπαγεωργίου και ο «Εστραγκόν» του Σπύρου Παπαδόπουλου δρουν αιωρούμενοι, σχεδόν παραιτημένοι σ' ένα βαθύ υπαρξιακό κενό. Αξιοζήλευτοι για τη δίχως όρια ελευθερία τους και αξιολύπητοι για την ανικανότητά τους να αγωνίζονται. Κωμικό ντουέτο από τη μια, τραγικοί από την άλλη. Θαρραλέοι, που έχουν πάντα το κουράγιο της προσμονής - ελπίδας αλλά δειλοί, που δεν μπορούν να δώσουν τέρμα στην ψυχική τους διασπορά.
Ο Θανάσης Παπαγεωργίου πλαστουργεί τον στοχαζόμενο και αισιόδοξο «Ντιντί» με δραματικό βάθος, ψυχική ακμαιότητα και πνευματώδη πικρή ειρωνεία. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος σκιτσάρει τον κωμικοτραγικά ταλαίπωρο, απλοϊκό και αφελή ήρωα «Γκογκό» με δεξιοτεχνία και αμεσότητα έχοντας τον έλεγχο των κωμικών του ευκολιών.
Σκέτη αποκάλυψη η άφιξη του υπερκινητικού μαριονετίστικου ζεύγους «Πότζο» και «Λάκυ» στη σκηνή, διαταράσσοντας ευχάριστα τη νηνεμία του «Ντιντί» και του «Γκογκό». Έντονη η χημεία των χαρισματικών Άρη Σερβετάλη και Ορφέα Αυγουστίδη με άψογη σωματική πλαστικότητα και εκφραστική διαφάνεια, φανερά επηρεασμένοι από τους μεσαιωνικούς τρελούς.
Υποκριτικός «οδοστρωτήρας» αναδεικνύεται ο Άρης Σερβετάλης στον ρόλο του σιχαμερού ανθρωπόμορφου αφέντη «Πότζο» σ' ένα ακατάπαυστο - one man show - παραλήρημα που δικαιώνει για ακόμη μια φορά την αξία του.
Στον αντίποδα, ο Ορφέας Αυγουστίδης σκιαγραφεί τον «Λάκυ», ένα αξιολύπητο, ψυχοσωματικά εξουθενωμένο, ανθρώπινο υποζύγιο με αψεγάδιαστη σκηνική προσήνεια που τον κατατάσσει ισάξια δίπλα στο alter ego του. Άκρως εντυπωσιακός στη σκηνή που απαγγέλλει απνευστί ένα απίστευτο ορυμαγδό λέξεων χωρίς νόημα και ειρμό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η εύπλαστη κινησιολογία των ηθοποιών είναι αποτέλεσμα ενδελεχούς δουλειάς του Άρη Σερβετάλη και της Αγγελικής Τρομπούκη. Η ίδια μαζί με τον Άρη Κακλέα υποδύονται το «ερωτευμένο ζευγάρι», που ανοίγει την αυλαία του έργου και συνδέει άρρηκτα το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον ως αχτίδα φωτός που ξεπροβάλλει δειλά στο ζοφερό περιβάλλον. Ο νεαρός Κακλέας συμπαθητικός στον ρόλο του «αγγελιαφόρου» του «Γκοντό». Η Αγγελική Τρομπούκη αιθέρια με τις χορευτικές της φιγούρες μεταξύ πρώτης και δεύτερης πράξης.
Εν κατακλείδι, όταν η κορυφαία μπεκετική ιλαροτραγωδία πέσει στα χέρια άξιων ερμηνευτών, τότε κοινωνεί με τον στοχασμό της τον θεατή, σε όποια ανάγνωση επιλεγεί.
«ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ» με την υπογραφή του Γιάννη Κακλέα και τέσσερις σπουδαίους ηθοποιούς να μεγαλουργούν στο σανίδι σε μία εξαιρετική παράσταση του φετινού καλοκαιριού.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.