ΠΕΡΣΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΠΕΡΣΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

Την παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία του Αισχύλου, τους "Πέρσες", σκηνοθέτησε ο Άρης Μπινιάρης για λογαριασμό του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, την οποία και παρακολούθησα στο Ηρώδειο.

Οκτώ χρόνια μετά τη νικηφόρα για τους Αθηναίους ναυμαχία της Σαλαμίνας ο Έλληνας τραγικός ποιητής γράφει το συγκεκριμένο έργο, εμπνευσμένος από πραγματικά ιστορικά γεγονότα και το παρουσιάζει στα μεγάλα Διονύσια.
Μία αντιπολεμική κραυγή που επιχειρεί να καυτηριάσει την αλαζονεία της δύναμης και το ναρκισσισμό της εξουσίας και να προειδοποιήσει τους συμπατριώτες του να μην παρεκκλίνουν από τις θεμελιώδεις αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας και του σεβασμού του αντιπάλου τους, όποιος κι αν είναι αυτός. Μετά την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα, στην Περσία όλοι περιμένουν να μάθουν τα νέα της σύγκρουσης του πολυάριθμου στρατού τους με τον υποδεέστερο αριθμητικά στρατό της Αθήνας. Η Άτοσσα, χήρα του Δαρείου και μητέρα του Ξέρξη, έχει έναν εφιάλτη που προλέγει καταστροφές και βάσανα για το μηδικό στρατό και ο αγγελιαφόρος που έρχεται επιβεβαιώνει τους χειρότερους των φόβων της, περιγράφοντας με έντονα χρώματα το χρονικό της ήττας. Μαζί με το χορό θρηνεί την καταστροφή και επιχειρεί να κατανοήσει και να "λογικοποιήσει" τα αίτιά της. Αγωνία, φόβος και εσωτερική συντριβή κυριαρχούν και η βασίλισσα μαζί με το χορό θα προσφέρουν χοές για την ανάπαυση των νεκρών. Το φάντασμα του Δαρείου εμφανίζεται και "συνομιλεί" με την Άτοσσα, εξηγεί τη θεία τιμωρία στην ύβρη των ισχυρότερων Περσών, αδυνατώντας όμως να παρέμβει στα τεκταινόμενα, καθώς είναι ήδη νεκρός. Στο τέλος ο ερχομός του ρακένδυτου και ταπεινωμένου βασιλιά θα αποτελέσει την εικονοποίηση της ολοκληρωτικής ήττας της αλαζονείας του. Η μετάφραση ήταν του Παναγιώτη Μουλλά και σεβάστηκε το αρχικό κείμενο και τη λυρικότητά του. Τη μετρική διδασκαλία ανέλαβε ο Θεόδωρος Στεφανόπουλος, στη δραματουργική επεξεργασία συνεργάστηκε ο Αντώνης Σολωμού, ενώ η μουσική δραματουργία ανήκε στο σκηνοθέτη.

Ο Άρης Μπινιάρης ανέλαβε τη σκηνοθετική επιμέλεια του εγχειρήματος αυτού, επιχειρώντας να αποδώσει τη μουσικότητα του κειμένου στη σκηνή, να την κάνει "ζωντανή" εικόνα και να αποτυπώσει μέσω αυτής το μεγαλείο του σπαρακτικού σύμπαντος των ηρώων του έργου. Ο Χορός παίζει σημαντικό ρόλο και στην αρχή προσπαθεί με μία ρυθμική εκφορά του λόγου και επανάληψη λέξεων ή φράσεων με τη συνοδεία κρουστών και έγχορδων να δημιουργήσει ένα σκοτεινό κλίμα-προάγγελο των κακών ειδήσεων που οσονούπω θα ακουστούν, κάνοντας μια ενδιαφέρουσα είσοδο στη σκηνή. Κάποιες φορές όμως ο ήχος σκέπαζε τα λόγια και σα θεατής έκανα προσπάθεια να τα ακούσω, εν μέσω μιας γενικότερης ηχητικής βαβούρας. Ο λόγος ήταν ενίοτε κραυγαλέος και κρεμόταν από πιασάρικες φράσεις και λέξεις, που στερούνταν δραματικότητας και θρηνητικής χροιάς. Παράλληλα η κίνησή του προσπάθησε να έχει κάτι το "πρωτόγονο", το μπρουτάλ, το ανατολίτικο, αλλά η προσπάθεια αυτή είχε μια αφέλεια και μια έλλειψη πρωτοτυπίας αφού παρέπεμπε σε χορούς ιθαγενών άλλων λαών και δεν είχε πάντοτε συντονισμό ομάδας και ατόμων. Τα στάδια των ψυχικών του διακυμάνσεων (ελπίδα, θρήνος, οργή, αποδοχή) δεν είναι πάντα διακριτά στις εναλλαγές τους. Η απουσία δράσης και μάλιστα όσον αφορά μία από τις ιστορικότερες μάχες στην αρχαία Ελλάδα, έρχεται να καλυφθεί από την εξιστόρηση των γεγονότων της από τον Άγγελο που φτάνει στο παλάτι. Παρόλη την ένταση της φωνής του, οι ειδήσεις του ακούγονταν συχνά σαν πομφόλυγες, λόγος επιτηδευμένος και ουσιαστικά άνευρος και δεν μπόρεσε να δώσει πειστικά τις συνταρακτικές λεπτομέρειες μιας συντριπτικής ήττας για τους Πέρσες και να κάνει το θεατή να αδημονεί για τη συνέχεια. Ρυθμός υπήρχε και η παράσταση (βοηθούσης και της μικρής της διάρκειας) δεν έκανε κοιλιές. Τα διαχρονικά μηνύματα του Αισχύλου προς το λαό του και τα συναισθήματα που προκαλούνται από αυτά ήταν εμφανή και παρόντα, κάποιες φορές αφελή ή κραυγαλέα και κάποιες άλλες όχι στην ένταση και τη δυναμική που τα περίμενα.

Η Καρυοφιλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Άτοσσας μας έδωσε για άλλη μια φορά χειροπιαστές αποδείξεις, τόσο για το μέγεθος του ταλέντου της, όσο και για την προσήλωση και την αφοσίωσή της στους ρόλους που επιλέγει να ερμηνεύσει. Με σωστή εκφορά του λόγου, χωρίς καμία προσπάθεια να εντυπωσιάσει, μπαίνει στην ουσία των νοημάτων και τα αποδίδει με μεστότητα, συνέπεια και πίστη. Και δείχνει ότι ποτέ δεν αρκείται σε μία απλή "ανάγνωση" του ρόλου της, αλλά τον προσεγγίζει στο βάθος του. Καταθέτει αγωνία, φόβο, απορία, αλλά δεν εγκαταλείπει ποτέ και το μεγαλείο μιας βασίλισσας. Όμως δεν είναι εξαιρετική μόνο όταν έχει το λόγο. Στη σκηνή του τελετουργικού της στροβιλισμού της κεφαλής, μου έκανε εντύπωση το δόσιμό της σε αυτό που έκανε. Είχε παλμό, είχε πάθος και σε έπειθε ότι ήταν σχεδόν σε έκσταση. Απλή, λιτή και ταυτόχρονα τόσο ουσιαστική.

 

Στην αντίπερα όχθη ο Άγγελος του Χάρη Χαραλάμπους προσπάθησε με την ένταση της φωνής και λάθος τονισμούς να επικεντρώσει την προσοχή του χορού και του θεατή κατ' επέκτασιν στις λεπτομέρειες της ναυμαχίας της Σαλαμίνας. Στομφώδης και κραυγαλέος έμοιαζε να κάνει μια κουραστική απαγγελία, αντί να ζωντανεύει μία από τις πιο συντριπτικές ήττες των Περσών, όπου χάθηκαν πολλά σημαντικά στελέχη του στρατού τους. Οι κορυφώσεις του δεν έφτασαν στα αυτιά μου ως δράμα, αλλά σαν αναλόγιο απωλειών των περσικών δυνάμεων.

Ο Νίκος Ψαρράς υποδύθηκε το Δαρείο και είχε μια μεγαλοπρεπή έναρξη. Σε πλήρη ενδυματολογική αντίθεση με την Άτοσσα, αλλά χωρίς κραυγαλέες υπερβάσεις και με λόγο συγκροτημένο και αρθρωμένο αργά και καθαρά είχε όλο το μεγαλείο ενός πρώην βασιλιά, ενώ η περιορισμένη κινητικότητά του στη σκηνή, μας υπενθύμιζε ότι ήταν πνεύμα ανήμπορο να συμμετέχει ενεργά στη ροή της ιστορίας. Η ερμηνεία του έβγαλε μια σκηνική ηρεμία και ισορροπία.

Ο Αντώνης Μυριαγκός ως Ξέρξης στην είσοδό του στη σκηνή ως ρακένδυτος ηττημένος βασιλιάς δεν είχε πάθος, ένταση ή τη θρηνητική δυναμική ενός ηγέτη που έσυρε ένα λαό στη συντριβή. Άτονος, άχρωμος, σχεδόν παθητικός στην εκφορά του λόγου, ένιωσα την αδυναμία του στο να προκαλέσει στο θεατή κάποιο συναίσθημα οίκτου, ή συμπάθειας. Αλλά και στη συνέχεια η κορύφωση του λόγου του ήταν υπερβολική με κίνηση σπασμωδική και επιτηδευμένη. Λογική η αντίθεσή του με την εικόνα του Δαρείου, αλλά δεν είχε τη σκηνική αυθεντικότητα που περίμενα να δω.

Οι Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Αντρέας Παπαμιχαλόπουλος, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας και Κωνσταντίνος Σεβδαλής ήταν τα μέλη του αντρικού χορού που κυριάρχησε στα μουσικά μέρη της παράστασης. Η συμβολή του στην εξέλιξη της ιστορίας πολύ σημαντική, αλλά η σκηνοθεσία του έδωσε λάθος προσανατολισμό και λάθος κατευθύνσεις στην εκφορά και επεξεργασία των εκφραστικών του μέσων. Επίσης χρειαζόταν λίγο μεγαλύτερος συντονισμός των ατόμων με το σύνολο.

Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Λουκά λιτό και εύστοχο, είχε μια πύλη που συμβόλιζε την είσοδο του κάτω κόσμου, δύο μεγάλα τύμπανα ένθεν και ένθεν αυτής που υπαγόρευαν το ρυθμό του χορού και συνόδευαν την αφήγηση κι έναν έκκεντρο ήλιο στην ορχήστρα και έδωσε ικανοποιητικό χώρο για την κίνηση των ηθοποιών.
Τα κοστούμια της Ελένης Τζιρκαλλή είχαν ενδιαφέρον στην προσέγγισή τους, με έντονες στο μάτι του θεατή τις αντιθέσεις Άτοσσας-Δαρείου, αλλά και Δαρείου και Ξέρξη, αν και στον τελευταίο μάλλον διέκρινα μια υπερβολή και μια επιτήδευση.
Η κινησιολογία της Λίας Χαράκη ήταν δουλεμένη στη λεπτομέρεια στην περίπτωση της Άτοσσας και του Δαρείου, αλλά χωρίς τίποτε το φρέσκο και πρωτότυπο, όσον αφορά το χορό, τον Άγγελο και τον Ξέρξη.
Οι φωτισμοί του Γιώργου Κουκουμά, είχαν έμπνευση, έπαιξαν με τις σκιές και τις εναλλαγές στις αποχρώσεις, αποτελώντας ατού για τη συνολική αισθητική της παράστασης,

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Ηρωδείου, είδα μια παράσταση που προσπάθησε να αποτυπώσει μια φρέσκια, διαφορετική οπτική της τραγωδίας του Αισχύλου, ανιχνεύοντας μια πιο μουσική της διάσταση. Η προσπάθεια φιλόδοξη, αλλά δεν υποστηρίχθηκε σκηνοθετικά σε μεγάλο βαθμό. Ίσως γιατί πέρα από το ταλέντο, κάποιοι πειραματισμοί χρειάζονται και εμπειρία, εμβάθυνση στην ουσία, αλλά και αποφυγή του εύκολου, του επιφανειακού και του προφανούς. Κάποιες ερμηνείες και η γενικότερη αισθητική του έργου έσωσαν τα προσχήματα και έδωσαν αξιοπρέπεια στο τόλμημα αυτό και μια υπόσχεση για κάτι καλύτερο στο σύντομο μέλλον.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.