ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ - Η ΑΟΡΑΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΣΕΞ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ - Η ΑΟΡΑΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΣΕΞ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.7/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

Το κείμενο της Έλενας Πέγκα με τίτλο "Πορνοστάρ - Η αόρατη βιομηχανία του σεξ", σκηνοθέτησε, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, στο χώρο Δ' της Πειραιώς 260 ο Κωνσταντίνος Ρήγος.
Στηρίζεται σε δύο ιστορίες του Χιλιανού συγγραφέα Roberto Bolaño, οι οποίες μεταγράφονται σε μία και προσαρμόζονται στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Λάλο είναι ένας νεαρός από το Περιστέρι, γιος μιας πορνοστάρ της δεκαετίας του '80, ο οποίος έζησε εκ των έσω αυτή τη βιομηχανία θεάματος και μετά το θάνατο της μητέρας του προσπαθεί να διευθετήσει τους προσωπικούς του δαίμονες. Αναζητά έναν παλαίμαχο συνάδελφο της μητέρας του, τον Τζακ Ρίο, προσπαθώντας να ξετυλίξει το μίτο που θα τον οδηγήσει στον άνθρωπο που θεωρεί πιθανό να φωτίσει σκοτεινές ή άγνωστες στιγμές του παρελθόντος του. Ξεκινώντας από την κουζίνα του εξοχικού του Χέλμουτ, ενός βετεράνου σκηνοθέτη artistic πορνό ταινιών, στη Σαρωνίδα, χρησιμοποιεί ψεύτικη ταυτότητα δημοσιογράφου για να πλησιάσει σε μία κλινική μια διάσημη Ιταλίδα πορνοστάρ του παρελθόντος και καταλήγει σε ένα μπάγκαλοου στην Αμερική, όπου συναντά αυτόν που έψαχνε και ο οποίος στα μάτια του είναι πιθανό να είναι ο πατέρας του.

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος σκηνοθετεί την παράσταση, συνδυάζοντας το θέατρο με κάποιες κινηματογραφικές τεχνικές και προβάλλοντας λεπτομέρειες της βιομηχανίας του πορνό, παράλληλα με τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του, που επιβίωσαν ή αναδείχθηκαν μέσα από αυτή. Όπως στις περισσότερες δουλειές του συγκεκριμένου σκηνοθέτη μαζί με το λόγο, πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει το (γυμνό) ανθρώπινο σώμα και στη συγκεκριμένη περίπτωση η σύνδεσή του με τις αισθησιακές ταινίες και η τελική εξάντλησή του από την υπερβολική χρήση. Δύο κάμερες ακολουθούν τους πρωταγωνιστές σχεδόν παντού, εστιάζουν σε αυτούς, τους κάνουν κοντινά πλάνα, περνώντας στο θεατή συχνά την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται σε ένα κινηματογραφικό πλατό, όπου ετοιμάζεται γύρισμα. Αυτό που παρακολουθούμε στις οθόνες είναι άμεσο, ρεαλιστικό, συχνά ωμό, αλλά τις περισσότερες φορές αποδομεί τη θεατρικότητα του εγχειρήματος και αφήνει την εικόνα να υποσκελίζει το λόγο. Ο οποίος συχνά αναλίσκεται σε ένα πλάτιασμα, που σε τελική ανάλυση αποπροσανατολίζει τη σκέψη και την προσοχή του θεατή και δε δημιουργεί έντονο συναίσθημα. Κάποιοι διάλογοι μοιάζουν επίπεδοι, άχρωμοι και άνευροι και δεν αντικατοπτρίζουν την ψυχική σύγχυση ή τα αδιέξοδα των πρωταγωνιστών. Το γυμνό είναι αποενοχοποιημένο και χρησιμοποιείται όχι για να προκαλέσει, αλλά για να βοηθήσει στη βαθύτερη κατανόηση του εσωτερικού κόσμου των ηρώων. Μία υπερβολή υπήρξε και θα έλεγα ότι ήταν αναπόφευκτη, αλλά στο σύνολο υπήρχε αισθητική και βοήθησε στην κλιμάκωση της επίπλαστης πραγματικότητας της συγκεκριμένης βιομηχανίας θεάματος.

Ο Γιάννης Νιάρρος ανέλαβε το ρόλο του Λάλο, του γιου της σταρ του παρελθόντος Στέλλας Μάρε, που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στα πλατό αυτής της βιομηχανίας. Ήταν δυναμικός και παθιασμένος στην προσπάθεια ικανοποίησης των υπαρξιακών του αναζητήσεων, αλλά και χαμένος στη νοσταλγία κάποιων ευχάριστων αναμνήσεων του παρελθόντος με τη μητέρα του. Αν και έδειξε να έχει κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες του ήρωά του, δεν ένιωσα στο δεύτερο μισό της παράστασης να τον εξελίσσει για να αγγίξει την εσωτερική του κορύφωση ή λύτρωση.
Η Θεοδώρα Τζήμου ερμήνευσε την Τζοάνα Σιλβέστρι, μια πάλαι ποτέ διάσημη πρωταγωνίστρια πορνοταινιών. Παραληρηματική στο ξετύλιγμα του κουβαριού των αναμνήσεών της, αλλά και στην αφήγηση της προσωπικής της ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα ακκιστική και σκερτσόζα σα μια γνήσια ντίβα του σεξ και τέλος ζαρωμένη στο κρεβάτι της και τρομαγμένη στη συνειδητοποίηση της τωρινής της πραγματικότητας, έδωσε μια πολυδιάστατη ερμηνεία. Αναμετρήθηκε χωρίς φόβο και ντροπές με το χαρακτήρα της και τον απέδωσε με αυθεντικότητα, συνέπεια και πληρότητα.
Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης υποδύθηκε το Χέλμουτ Μπίτριχ, το Γερμανό σκηνοθέτη που γύριζε επιτυχημένες τσόντες με μία artistic εσάνς. Ωμός, κυνικός, συχνά αγγίζοντας τα όρια της χυδαιότητας στο λόγο του, κατάφερε να μην κάνει τον ήρωά του καρικατούρα, αλλά δεν του έδωσε την υπόσταση και το ειδικό βάρος που υπονοούσε το κείμενο.
Ο Λαέρτης Μαλκότσης έπαιξε τον Τζακ Ρίο, τον πρωταγωνιστή των ταινιών του Μπίτριχ. Δυναμικός και αρρενωπός στην κίνηση και την έκφρασή του, πειστικός ως προς την ψυχική και σωματική κούραση ενός γνήσιου πορνοστάρ, αλλά ο λόγος του κάποιες φορές ακουγόταν άνευρος και διεκπεραιωτικός, ενώ δεν έδειξε να έχει σκηνική χημεία με το Λάλο.
Το χορευτικό ντουέτο της τελευταίας σκηνής με πρωταγωνιστές τη Λαμπρινή Γκόλια και τον Περικλή Σκορδίλη ήταν ιδιαίτερης αισθητικής, εξαιρετικά εκτελεσμένο και απόλυτα προσαρμοσμένο στη θεματική της παράστασης.
Ο Στέφανος Θωμόπουλος με τα τρία πρελούδια του Ραχμάνινωφ που έπαιζε ζωντανά στο πιάνο στο πίσω μέρος της σκηνής, ενίσχυσε με μελωδία το πάθος και την ένταση των στιγμών που συμμετείχε.

Το σκηνικό του Valentino Marengo απλώνεται σε όλο το χώρο, δημιουργεί μικρότερους, αυτόνομους χώρους όπου εκτυλισσόταν η δράση και έδωσε μία έντονη αίσθηση κινηματογραφικού πλατό.
Τα κοστούμια της Νατάσσας Δημητρίου ήταν απλά, καλοκαιρινής αίσθησης, χωρίς τίποτα το εκκεντρικό ή το εξεζητημένο, με μια επιμελημένη αφροντισιά πάνω τους που χαρακτηρίζει ανθρώπους που έχουν συνηθίσει να είναι συχνά χωρίς ρούχα.
Η μουσική του Θοδωρή Ρέγκλη δεν άφησε σημαντικό ίχνος στη μνήμη μου ως θεατή, ενώ οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου ακολούθησαν τη γραμμή των φωτισμών ενός κινηματογραφικού στούντιο για αισθησιακές ταινίες και έπαιξαν δημιουργικά με τα χρώματα και τις αποχρώσεις.

Συμπερασματικά, στη σκηνή της Πειραιώς 260, παρακολούθησα μια παράσταση που θέλησε να διερευνήσει εκ των ένδον το πορνό και τις ιδιαιτερότητές του, τον ερωτισμό που μπορεί να αποπνέει , αλλά και τη μοναξιά και την ψυχική κενότητα που μπορούν να κατακλύσουν τους πρωταγωνιστές αυτής της βιομηχανίας θεάματος. Το κείμενο φώτισε, έξυσε την επιφάνεια, αλλά δεν ένιωσα να εμβαθύνει επαρκώς στο ψυχικό σύμπαν των ανθρώπων που κάνουν αυτή τη δουλειά. Οι διάλογοι, στο ίδιο μήκος κύματος, είχαν αυξομειώσεις στο ενδιαφέρον τους, δεν προκάλεσαν έντονο συναίσθημα στο θεατή και δημιούργησαν κοιλιές στη ροή του έργου. Οι ερμηνείες στάθηκαν σε ένα γενικά καλό επίπεδο με τη Θεοδώρα Τζήμου να δίνει προσωπικό ρεσιτάλ.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.