ΡΙΝΟΚΕΡΟΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΡΙΝΟΚΕΡΟΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

Ο «ΡΙΝΟΚΕΡΟΣ», διαχρονικός και πιο επίκαιρος από ποτέ, γραμμένος το 1957, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του θεάτρου του παραλόγου, του οποίου θεμελιωτής υπήρξε ο Ευγένιος Ιονέσκο. Ο Ρουμάνος συγγραφέας, με βαθιά πίστη στον άνθρωπο και χωρίς διδακτισμό, επιχειρεί να αφυπνίσει συνειδήσεις μέσω της ιλαροτραγικής ανθρώπινης συνθήκης της ηθικής αλλοτρίωσης.


Το έργο, καθαρά αντιναζιστικό, αντιτίθεται σε κάθε προπαγανδιστική ιδεολογία, η οποία γεννά και εκκολάπτει φανατισμένες μαζικές υστερίες, κάτω από το πρίσμα του παραλόγου, που στην πραγματικότητα αποτελεί το «άλλοθι» και συντελεί στην ολοκληρωτική αποκτήνωση του ατόμου.

Σαρκάζει την ευκολία των σύγχρονων ανθρώπων να υποτάσσονται τυφλά στο κομφορμιστικό ρεύμα της εποχής τους σαν άλογες αγέλες, χωρίς ελεύθερη βούληση και κριτική σκέψη, απελευθερώνοντας τα κτηνώδη τους ένστικτα, μόλις νιώσουν την ασφάλεια ότι ανήκουν στην πλειοψηφία.

Ο συγγραφέας θέτει το δίλημμα αν ο άνθρωπος, ως ανώτερο ον, έχει το σθένος να αντισταθεί στη «ρινοκερίτιδα», στο φασισμό δηλαδή, που τον κρατάει δέσμιο και δεν του επιτρέπει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα ή αν το σύστημα της μάζας είναι ένα “ανθρωποφάγο τέρας”, που στο πέρασμά του συνθλίβει τα πάντα και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.

Στη μικρή επαρχιακή πόλης της Γαλλίας, όλα κυλούν ομαλά μέχρι την άφιξη ενός αποκρουστικού ρινόκερου που προκαλεί τρόμο και σύγχυση στους κατοίκους. Η επικίνδυνη επιδημία εξαπλώνεται σταδιακά με τους ανθρώπους να μεταμορφώνονται σε τρομερά τέρατα χάνοντας την ανθρωπιά, το μυαλό και την ευαισθησία τους. Ο μόνος κάτοικος που δεν προσβάλλεται από την τρομερή νόσο είναι ο αφελής και ήσυχος Μπερανζέ, ο οποίος αντιστέκεται μέχρι εσχάτων σ΄αυτό το κύμα παραλογισμού με ευσυνειδησία και αυτογνωσία, υπερασπιζόμενος την ουσία του ανθρώπου. Αρνείται πεισματικά να αφομοιωθεί στο σύνολο και να γίνει γρανάζι ενός απρόσωπου μηχανισμού, επιλέγοντας έναν ανιδιοτελή δρόμο ακεραιότητας σαν σύγχρονος Δον Κιχώτης. Αισθάνεται ότι δεν χωράει πουθενά και δεν ταιριάζει με το μοντέλο της νέας κοινωνίας που του σερβίρουν, διεκδικώντας το δικαίωμα στην ελευθερία και στη διαφορετικότητα.

Στη σκηνή του θεάτρου Κιβωτός επικρατεί φρενήρης ρινοκερίτιδα. Ο Γιάννης Κακλέας, με γνώση, φαντασία, τόλμη και άποψη, σκηνοθετεί τον αλληγορικό «ΡΙΝΟΚΕΡΟ», επηρεασμένος από τη γνωστή τηλεοπτική σειρά «Black Mirror». Δημιουργεί μία σουρεαλιστική, ρηξικέλευθη τραγικωμωδία με γκροτέσκα ποπ αισθητική, καυστικό χιούμορ, καφκική έκφραση και αλλεπάλληλα κινηματογραφικά στοιχεία. Αντικατοπτρίζει με σαφήνεια την εθελούσια δουλεία του σύγχρονου, αυτιστικού ανθρώπου στις επιταγές της μόδας, του τεχνολογικού παροξυσμού και της αλλοτριωμένης καταναλωτικής κοινωνίας. Η έλλειψη ουσιαστικής επαφής σε πρώτο πλάνο, αφού πλέον όλοι επικοινωνούν μέσω της οθόνης και τα κινητά είναι η προέκταση των χεριών τους. Πλάθει ένα τρομαχτικό, ερεβώδες σύμπαν όπου η πλασματική ευτυχία, η ευτέλεια, η γρήγορη επιτυχία, η ανάγκη για κυριαρχία, ποδοπατούν το ανθρώπινο αξιακό σύστημα.

Η δυστοπική πραγματικότητα αποτυπώνεται εύστοχα με την υπερσύγχρονη hi-tech πλατεία, δημιουργία του ίδιου του σκηνοθέτη και του Σάκη Μπιρμπίλη. Δυο τεράστιες πλατφόρμες ορθώνονται κατά τη διάρκεια της παράστασης, μετά την εμφάνιση των ρινοκέρων, τονίζοντας τον ανθρώπινο ηθικό ξεπεσμό σε επικίνδυνα ολισθηρά εδάφη.

Τρεις γιγαντο-οθόνες βιντεοπροβολών δια χειρός Στάθη Αθανασίου και Αναστασίας Στυλιανίδη, βομβαρδίζουν εξ αρχής τον θεατή με διαφημιστικά σποτ ευμάρειας και καταναλωτισμού, υπογραμμίζοντας την παντοδυναμία της εικόνας και του θεάματος με θύμα τον ευκολόπιστο, παθητικό δέκτη κάθε είδους προπαγάνδας και παραπληροφόρησης.

Η υποβλητική μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, τα in fashion κοστούμια, με εξαίρεση το επιμελώς ατιμέλητο ρούχο του «Μπερανζέ», της Μαρίας Καραπούλιου, οι ενδεδειγμένες φωτιστικές δημιουργίες του Σάκη Μπιρμπίλη και οι χορογραφίες που δονούν, της Αγγελικής Τρομπούκη συνεπικουρούν δυναμικά στο άρτιο αποτέλεσμα της θεατρικής συνθήκης.

Ο Άρης Σερβετάλης σκιτσάρει το πορτραίτο του εμβληματικού στοχαστή «Μπερανζέ» με αξιοσημείωτη υποκριτική οξυδέρκεια, βαθιά εσωτερικότητα και έντονο λυρισμό. Τρωτός, ακέραιος, ευαίσθητος, συνειδητοποιημένος, ευγενής με μοναδικό όπλο τη λογική του, αποδεικνύεται ο μεγάλος θιασώτης του αυτονόητου, παλεύοντας μονάχος μ' ένα στρατό από θηρία.

Η Έλλη Τρίγγου ερμηνεύει με χάρη και αβρότητα τον ρόλο της εύθραυστης «Νταίζης», η οποία αμφιταλαντεύεται μεταξύ παράλογου και λογικής μέχρι τελευταία στιγμή.

Ο «Ζαν» του Στέλιου Ιακωβίδη ζωγραφίζεται με ακρίβεια και επιμέλεια. Ο αδελφικός φίλος του «Μπερανζέ» υποτάσσεται στα δεσμά της ρινοκερίτιδας με την πεποίθηση ότι εξελίσσεται με τους κανόνες της εποχής του.

Ο Πάνος Παπαδόπουλος ενσαρκώνει τον καιροσκόπο «Ντιντάρ» με αξιοπιστία και συνέπεια. Ο ανταγωνιστής του «Μπερανζέ», άνθρωπος αινιγματικός, τρομαχτικά δαιμόνιος και εύστροφος, είναι ο κακός της υπόθεσης που επιβιώνει με δεξιοτεχνικούς ελιγμούς εις βάρος των άλλων.

Το ανσάμπλ των ηθοποιών, Κωστής Μπούντας, Ροζαμάλια Κυρίου, Αγγελική Τρομπούκη, Θάνος Μπιρκος και Αναστασία Στυλιανίδη, συνθέτει με ευκρίνεια και σθένος το αλλόκοτο σύμπαν του έργου, ως ευφάνταστοι ήρωες που έχουν ξεπηδήσει από κόμικ.

Εν κατακλείδι, οι μικρές πράξεις οδηγούν πάντα στο μεγάλο κατόρθωμα. Στο θέατρο Κιβωτός, ένας αντι-ήρωας του χθες, του σήμερα και του αύριο, αντιστέκεται σθεναρά στους ρινόκερους κάθε εποχής. Ο Κακλέας αποτυπώνει τον κόσμο μας κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση. Οι ανατριχιαστικές κραυγές αγωνίας του «Μπερανζέ» αποθηκεύονται στον σκληρό δίσκο του μυαλού μας. Η εντολή έχει δοθεί, το κοινό ανταποκρίνεται, το στοίχημα είναι κερδισμένο εξ αρχής. Δείτε το για το πανανθρώπινο μήνυμα μιας ολοκληρωμένης θεατρικής πρότασης.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.