ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΤΣΟΥΚΟ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΤΣΟΥΚΟ - ΚΡΙΤΙΚΗ


1.0/5 rating 1 vote

Το έργο του Μπερνάρ Μαρία Κολτές με τίτλο "Ρομπέρτο Τσούκο" σκηνοθετεί στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης η Άντζελα Μπρούσκου. Πρόκειται για ένα κείμενο που αφηγείται την πραγματική ιστορία του ομώνυμου κατά συρροήν δολοφόνου, ο οποίος αφού σκότωσε τους γονείς του, έναν επιθεωρητή της αστυνομίας και ένα παιδί, προέβη σε μια θεαματική αυτοκτονία. Περιπλανιέται σε μια αφιλόξενη και απρόσωπη πόλη και δολοφονεί (καθώς όπως λέει ο ίδιος, το αίμα δεν περνάει απαρατήρητο), βιάζει μια κοπέλα και ισχυρίζεται πως αγαπά όλες τις γυναίκες. Η πορεία του προς το τέλος μοιάζει προδιαγεγραμμένη και η παράσταση τον ακολουθεί πιστά σε αυτά του τα βήματα, αποτυπώνοντας τις αντιδράσεις της πόλης στην οποία συμβαίνουν όλα αυτά. Η παραβατικότητα και η γοητεία της, οι εσωτερικοί μας φόβοι, ο έρωτας και ο θάνατος είναι από τα θέματα τα οποία θίγονται στο έργο και ο ήρωας δε νιώθει ότι οφείλει να υπακούσει σε κάποιον κανόνα ή σε κάποιον δεσμό. Θεωρεί τον εαυτό του σε μια κατάσταση απόλυτης ελευθερίας και δεν αναλίσκεται στο να εξηγήσει τα κίνητρά του για τις δολοφονίες. Η πλήρης ψυχολογική κατανόησή του δεν είναι εφικτή, στη σκηνή βλέπουμε μόνο ότι θέλει ο ίδιος να μας αποκαλύψει και ενσαρκώνει μια σκληρότητα, που δείχνει να είναι απότοκο της αδιαφορίας της πόλης στην οποία ζει. Η συμπεριφορά του συχνά δείχνει ανεξήγητη και μάλλον αυτό επιδίωκε και ο ίδιος ο συγγραφέας, γράφοντας το έργο.

Η Άντζελα Μπρούσκου κρατά τη σκηνοθετική μπαγκέτα στην παράσταση, την οποία ολοκληρώνει σε δεκαπέντε πράξεις, με τον τίτλο καθεμιάς από αυτές, να προβάλλονται μέσα από την κάμερα, την οποία χειρίζεται η ίδια. Οι σκηνές δεν πλατιάζουν, είναι σύντομες και περιεκτικές και απομυζούν από το κείμενο την ουσία του. Δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει, αλλά επιδιώκει να μπει από την αρχή στην ουσία της ψυχοσύνθεσης, ενός σύνθετου και παράξενου χαρακτήρα. Με την κάμερα ανά χείρας δίνει την εντύπωση ότι και η ίδια επιχειρεί μια εκ βαθέων ανάγνωση του ήρωα κάθε βράδυ, ώστε να ανακαλύπτει νέα του στοιχεία. Τα πραγματικά περιστατικά δεν έχουν τη μεγαλύτερη σημασία, αλλά το ψυχολογικό και φιλοσοφικό τους υπόβαθρο είναι αυτό το οποίο επιχειρεί να προσεγγίσει με μία ανήσυχη και επίμονη σκηνοθετική ματιά. Σε κάθε σκηνή εξελίσσει το χαρακτήρα της και τον κάνει ένα βήμα πιο προσεγγίσιμο στο κοινό της παράστασης. Κρατά ένα γρήγορο ρυθμό με σύντομες εναλλαγές σκηνών, δημιουργώντας μία αμφίσημη ατμόσφαιρα με ανασφάλεια, αμφιβολία και ενδιαφέρον. Η προσπάθεια κατανόησης γίνεται προσωπική υπόθεση του κάθε θεατή με τη σκηνοθέτιδα να του δίνει αφορμές σκέψης, χωρίς να τον βοηθά σε αυτές, αλλά αφήνοντας το μυαλό του καθενός να περιπλανηθεί στα δικά του μονοπάτια. Οι ηθοποιοί της (πλην αυτού που υποδύεται τον Τσούκο) παίζουν πολλαπλούς ρόλους και καλούνται να προσαρμοστούν σε αυτούς από σκηνή σε σκηνή, μη αφήνοντάς τους να εφησυχάσουν στην ηρεμία ενός συγκεκριμένου. Οι σκηνές στο πίσω μέρος της σκηνής (που δεν ήταν και λίγες) έπασχαν κάπως από ηχητικής άποψης και δε δικαιολόγησαν όλες την αναγκαιότητά τους.

Η Παρθενόπη Μπουζούρη αναλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς γυναικείους ρόλους στην παράσταση και μοιάζει να αλλάζει πρόσωπα σε καθέναν από αυτούς με την ευκολία και την άνεση που θα άλλαζε ρούχα. Κανένας δε μοιάζει με τον άλλο και σε όλους ανταποκρίνεται με το ιδιαίτερο ταλέντο της. Άνετη και καπάτσα πατρόνα, ανασφαλής και φοβική αδερφή, αλλά και αφόρητα κτητική ως προς την αδερφή της, τρυφερή και εύθραυστη μάνα του Τσούκο, ψύχραιμη και με ελαφρά ειρωνεία γυναίκα, περνά από τον ένα χαρακτήρα στον άλλο με αυθεντικότητα και αυθορμητισμό, ισορροπώντας το δυναμικό λόγο με το συναίσθημα. Η παρουσία της σχεδόν κατέκλυζε τη σκηνή με μια ερμηνεία συνεπή και άμεση.
Ο Κώστας Νικούλι υποδύεται τον ομώνυμο ήρωα του έργου, ξεκινώντας την ερμηνεία του με έναν ελαφρύ δισταγμό, αλλά πολύ σύντομα απογειώνει την ερμηνεία του και της προσθέτει πάθος και εσωτερικότητα. Καταφέρνει να εκφράσει στη σκηνή τις πολλές αντιθέσεις του Τσούκο (ευαίσθητος και σχεδόν ζωώδης, βίαιος αλλά και ερωτικός, κινητικός αλλά και γειωμένος ως προς τις αντιδράσεις του στην απειλή της σύλληψης) και πάνω σε αυτές να εδράσει την ψυχολογική δυναμική του χαρακτήρα του.
Ο Στράτος Τζώρτζογλου παίζει αρκετούς από τους αντρικούς ρόλους και ελίσσεται με άνεση ανάμεσά τους. Ο ηλικιωμένος στο παγκάκι του μετρό είναι ίσως η πιο δυνατή του στιγμή, ευαίσθητος, εύθραυστος και παράλληλα αποπνέοντας ταυτόχρονα φόβο και μια απόκοσμη σιγουριά. Δε δείχνει να ενδιαφέρεται να αυτοπροβληθεί και υπηρετεί τους ρόλους του με προσήλωση, έχοντας αναγνώσει σωστά τις απαιτήσεις τους.
Η Γεωργιάννα Νταλάρα ερμηνεύει όλους τους νεαρότερους γυναικείους ρόλους με κύριο αυτόν του κοριτσιού, το οποίο βιάζει ο Ρομπέρτο Τσούκο. Σε κάποιες σκηνές δείχνει να διστάζει να αφεθεί στο ρόλο, με αποτέλεσμα αυτός να την οδηγεί σε ρηχά νερά και να μην μπορεί να τον σκιαγραφήσει σε όλο του το ψυχολογικό γράφημα. Σε κάποιες άλλες βάζει το κατάλληλο χρώμα στη φωνή της και ανταποκρίνεται στην κίνηση που απαιτείται και δημιουργεί ένα σωστότερο πορτρέτο. Θέλει ακόμα λίγη δουλειά για να ανέβει κάποια σκαλοπάτια στην ερμηνεία της.
Οι Ανδρέας Αντωνιάδης και Αντώνης Τσίλλερ σε μικρούς αλλά ουσιώδεις ρόλους (με κορυφαίους αυτούς της αρχής, σα φρουροί της φυλακής) συμπληρώνουν επιτυχημένα το μωσαϊκό του καστ της παράστασης.
Η μουσική επιμέλεια ανήκει στη Στέβη Κουτσοθανάση και αποτέλεσε ένα καλό soundtrack της παράστασης.
Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου απόλυτα εστιασμένοι στους χαρακτήρες, ενώ έκαναν και πολλά παιχνίδια με τις σκιές στο πίσω μέρος της σκηνής εντείνοντας την ένταση ορισμένων σκηνοθετικών κάδρων.
Το video το χειρίστηκε εξ' ολοκλήρου η ίδια η σκηνοθέτης, η οποία είχε και την εικαστική επιμέλεια της παράστασης.

Συμπερασματικά, στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης είδα μια παράσταση που υπηρέτησε την αλληγορία και τη βαθύτερη σκέψη. Η οπτική της σκηνοθέτιδας δεν είχε σταθερές, αλλά αποτέλεσε μια συνεχή ψυχολογική έρευνα ενός σύνθετου χαρακτήρα. Είχε ρυθμό και ατμόσφαιρα και μια συμπαγή ερμηνευτική ομάδα, εστιασμένη στις σκηνοθετικές ανησυχίες. Δεν είναι ένα εύκολο έργο, αλλά δίνει τροφή για σκέψη και προβληματισμό έχοντας δυναμική και αισθητική και αποτελώντας μια αξιόλογη θεατρική πρόταση.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.