ΣΟΥΜΑΝ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΣΟΥΜΑΝ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.1/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

Το έργο της Σοφίας Καψούρου με τίτλο "Σούμαν", σκηνοθετεί στη σκηνή "Νίκος Κούρκουλος" του Εθνικού Θεάτρου ο Λευτέρης Γιοβανίδης. Το κείμενο αναδείχθηκε από την περσινή δράση του Εθνικού "Ο Συγγραφέας του μήνα", ξεχώρισε και φέτος εντάχθηκε στο τακτικό του ρεπερτόριο. Αντλεί υλικό όπως γίνεται αντιληπτό από τη ζωή και την τέχνη του μεγάλου Γερμανού συνθέτη Robert Schumann. Η μεγαλοφυΐα και η τρέλα, ο ρομαντισμός και τα ζωώδη ένστικτα, το πάθος για ζωή και η παραίτηση από αυτή είναι μερικοί από τους αντιθετικούς θεματικούς πόλους στους οποίους στηρίζεται η δραματουργία του κειμένου. Δύο ιστορίες διαφορετικού χωροχρονικού πλαισίου εκτυλίσσονται παράλληλα στη σκηνή, μία στην Αθήνα του σήμερα μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας και μία στην Ευρώπη του 19ου αιώνα ανάμεσα στο συνθέτη και το περιβάλλον του. Ένας άντρας μπαίνει ένα βροχερό βράδυ με χαλασμένη σόλα σε ένα μαγαζί που ράβει και πουλά χειροποίητα παπούτσια και το διαχειρίζεται μια γυναίκα που ακούει λαϊκά. Ο Σούμαν και η Κλάρα Βικ αποφασίζουν να ενώσουν τις ζωές τους και τη μουσική τους ευφυΐα παρά τις έντονες αντιδράσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος και των δύο. Οι φαινομενικά αταίριαστες ιστορίες εξελίσσονται ταυτόχονα και συγκλίνουν με έναν απρόβλεπτο τρόπο. Γραμμένο σε μια ιδιαίτερη γλώσσα που συχνά ομοιοκαταληκτεί, διατηρεί μια μουσικότητα η οποία συνοδεύει αρμονικά όλες τις καταστάσεις τις οποίες βιώνουν οι ήρωες, αλλά και τις συναισθηματικές τους ακροβασίες. Ο ρομαντισμός είναι πανταχού παρών, ο στίχος καθοδηγεί το μέτρο και το μέτρο οδηγεί τους ήρωες στην υπέρβαση. Η Έρι Κύργια συνέβαλλε στη δραματουργία του κειμένου.

Ο Λευτέρης Γιοβανίδης σκηνοθετεί την παράσταση, αναδεικνύοντας το λόγο και την ποίηση που αυτός αποπνέει, αλλά και όλα τα δίπολα πάνω στα οποία στηρίζονται ο νοηματικός ιστός, η πορεία και η ανέλιξη των χαρακτήρων του έργου. Κάπως έτσι μας αιφνιδιάζει ήδη από την εναρκτήρια σκηνή που μας υποδέχεται με ένα ελληνικό λαϊκό καψουροτράγουδο, αντί για κάποια σύνθεση του Σούμαν. Οι δύο παράλληλες ιστορίες εξελίσσονται ισόρροπα και σε πλήρη συμμετρία. Οι χαρακτήρες δομούνται με υπομονή, επιμονή και σαφήνεια. Το ταλέντο (φανερό ή κρυμμένο), ο ρομαντισμός και ο έρωτας, τα όνειρα (ανεκπλήρωτα και μη) και το μέτρο καθοδηγούν το λόγο και τις πράξεις των ηρώων και τους κάνει να βιώνουν την καθημερινότητα ο καθένας με έναν ιδιαίτερο, προσωπικό τρόπο. Η σκηνοθετική ματιά τονίζει τις αντιθέσεις των χαρακτήρων, αλλά και τα σημεία που τους ενώνουν. Τα δύο φύλα παλεύουν το καθένα από το δικό του μετερίζι, αλλά δεν παραλείπουν να λοξοκοιτούν και να ενισχύουν αυτά που τους φέρνουν πιο κοντά. Κάποιες μάχες κερδίζονται, άλλες χάνονται, σα μια αέναη μάχη του φωτός με το σκοτάδι με την εναλλαγή των συναισθημάτων να είναι πάντα παρούσα, μαζί με τη χαρά, τη λύπη, τον ενθουσιασμό, την απογοήτευση, τη γενναιότητα και τη δειλία. Η ευφυΐα μπορεί να κατοικεί στις παρυφές της τρέλας, χωρίς να μπορεί να αποτυπωθεί με ακρίβεια αριθμητικά ή ποσοτικά. Ο ρυθμός του έργου είναι διαρκώς επιταχυνόμενος, ενώ αλήθειες και μυστικά αποκαλύπτονται με φειδώ και στη σωστή χρονική συγκυρία, ώστε να μην υπάρχουν κενά ή κοιλιές στην εξέλιξη και να διατηρείται σε συνεχή εγρήγορση ο θεατής. Κωμικές στιγμές-ανάσες υπάρχουν στη σωστή αναλογία, ώστε οι δραματικές κορυφώσεις των ανθρώπινων ιστοριών να μη βρουν "κουρασμένη" την ψυχολογία του θεατή και να μπορούν να την κινητοποιήσουν δημιουργικά και να αναζητήσουν τη λύτρωση στο τέλος.

Ο Λευτέρης Βασιλάκης στο ρόλο του Σούμαν, μιας προσωπικότητας ιδιαίτερα σύνθετης που ακροβατούσε ανάμεσα στην έμπνευση και την τρέλα, τη μουσική και τον έρωτα, τοποθέτησε με προσοχή και συνέπεια όλες τις ψηφίδες του μωσαϊκού του ήρωά του. Άλλοτε ορμητικός, ενθουσιώδης και εμφορούμενος από πάθος (καλλιτεχνικό ή ερωτικό) και άλλοτε αμήχανος, αναποφάσιστος, με εκφραστικές σιωπές, με μία κίνηση που δείχνει αβεβαιότητα και ένα βλέμμα που προδίδει φόβο και πνευματική σύγχυση, έδωσε τις δύο όψεις μιας μεγαλοφυΐας, χωρίς υπερβολές, με κλιμακούμενες εντάσεις και σχεδόν πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων.
Η Ελεάνα Καυκαλά ερμήνευσε την Κλάρα Βικ Σούμαν, με μια νεανικότητα και μια σχεδόν κοριτσίστικη αθωότητα που είχε όλα τα στοιχεία που με έπεισαν για την αγνότητα του αισθήματός της για το Σούμαν και την αφοσίωσή της σε αυτόν. Σε κάποιες άλλες σκηνές η κίνησή της στη σκηνή θύμιζε παγιδευμένο ζώο, που προσπαθεί με αγωνία να επιβιώσει. Γλυκιά, θηλυκή, ήταν το συναισθηματικό καταφύγιο, η ζεστή αγκαλιά που χρειαζόταν ο Σούμαν για να συνέλθει, αλλά και μια δυναμική γυναίκα που έδινε λύσεις όταν χρειάστηκε. Μία αυθεντία που ίσως ποτέ δε βρήκε τη θέση που της ταίριαζε στην ιστορία.
Η Τζίνη Παπαδοπούλου ήταν η Γιοχάννα Σούμαν, μητέρα του Ρόμπερτ. Απόλυτη, δεσποτική, μαθημένη να μην έχει αντίλογο, με φωνή που τονίζει κάθε λέξη στην ιδιαίτερη βαρύτητά της και μία κίνηση αποφασιστική, σχεδόν αυταρχική που επιβάλλεται, ήταν εξαιρετική στην προσωποποίηση της ηρωίδας της, μια κατεξοχήν μητριαρχική φιγούρα.
Ο Αλέξανδρος Καλπακίδης υποδύεται το Σλάβα Ντμίτριεβιτς Βερινόφσκι, ένα Ρώσο μετανάστη που κατέληξε στην Ελλάδα του σήμερα, προσπαθώντας να διορθώσει ένα λάθος του παρελθόντος. Δείχνει να βιώνει μια πνευματική και ηθική εξορία και να αναζητά με αγωνία τη λύτρωση, μια έμπρακτη μεταμέλεια. Υπάρχει η ικεσία στη φωνή και το βλέμμα και η αποφασιστικότητα στην κίνηση για να αρθεί η προηγούμενη αδικία και να βρει την ψυχική του γαλήνη, αποδεικνύοντας ότι κατανόησε πλήρως τις λεπτές αποχρώσεις του ρόλου του.
Ο Πέρης Μιχαηλίδης στο ρόλο του Φρίντριχ Βικ, πατέρα της Κλάρα και πεθερού του Σούμαν, πλάθει ένα χαρακτήρα με χαρακτηριστικά χαμαιλέοντα, που ξέρει να διεκδικεί αυτό που νομίζει ότι του ανήκει, αλλά γνωρίζει επίσης να συμβιβάζεται πριν από μια πιθανή ήττα. Έμπειρος ηθοποιός, δίνει υπόσταση και ειδικό βάρος στον ήρωά του και τον ερμηνεύει με σιγουριά και σκηνική άνεση. Η Δήμητρα Λαρεντζάκη είναι η Λέρνα, μια γνήσια λαϊκή ηρωίδα, της οποίας ο ψύχραιμος και συχνά σαρκαστικός λόγος δε σε προετοιμάζει για τις ψυχικές ουλές που φέρει βαθιά μέσα της. Δείχνει σίγουρη, με στέρεα πατήματα, αλλά κρύβει έναν εύθραυστο και βαθιά τραυματισμένο ψυχισμό, ο οποίος αποκαλύπτεται σιγά σιγά και με μεθοδικότητα. Με την ερμηνεία της αγγίζει το θεατή και κερδίζει την αυθόρμητη συμπάθειά του.
Ο Γιάννης Παπαδόπουλος υποδύεται το Γιοχάνες Μπραμς, το νεαρό προστατευόμενο του Σούμαν, ο οποίος προσπαθεί να καταπνίγει το βαθύ έρωτά του για την Κλάρα Σούμαν. Με μετρημένο λόγο και λιτή κίνηση ανταποκρίνεται πλήρως και χωρίς λάθη στις επιταγές του ρόλου του.
Η Δήμητρα Μητροπούλου έπαιξε την Αιμιλία Σούμαν, την αδερφή του Γερμανού συνθέτη, δέσμια και αυτή παρόμοιων ψυχικών διαταραχών με τον αδερφό της. Αν και ξεκίνησε λίγο αμήχανα τη σκηνική της παρουσία γρήγορα βρήκε τα πατήματά της, με την ερμηνεία της να έχει ένα σχεδόν απόκοσμο τόνο στο λόγο και μια κίνηση σαν πνεύμα, σαν αερικό.
Ο Γιάννης Ασκάρογλου είχε διπλό ρόλο (Δρ. Φραντς Ρίχαρτς και Δικαστής) και συμπλήρωσε επιτυχημένα το ερμηνευτικό παζλ της παράστασης.

Το σκηνικό χώρο επιμελήθηκε με εξαιρετικά ευφάνταστο τρόπο η Ελένη Μανωλοπούλου με μία μακρόστενη πολυλειτουργική τράπεζα να δεσπόζει στο μέσο της σκηνής, με τη μία της άκρη να κρύβει ένα πιάνο και την άλλη μία ραπτομηχανή. Στο πίσω μέρος μέρος του σκηνικού χώρου, πίσω από μία διάφανη κουρτίνα φαινόταν μία σύνθεση αγαλμάτων και ηθοποιών που έμοιαζε με μία ζωντανή "ζωφόρο" ψυχών και αγαλμάτων.
Τα κοστούμια της Λίνας Σταυροπούλου και της Τζίνας Ηλιοπούλου, έδιναν από τη μία το ακριβές στίγμα της εποχής του Σούμαν με εντυπωσιακές στολές και φορέματα και από την άλλη την απλή σύγχρονη πραγματικότητα της παράλληλης ιστορίας.
Τις περούκες και τις κομμώσεις (απαραίτητες για μία ατμόσφαιρα 19ου αιώνα) επιμελήθηκε ο Χρόνης Τζήμος και το μακιγιάζ η Volha Faleichyk.
Η κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου είχε δουλευτεί στη λεπτομέρεια τόσο ομαδικά όσο και ατομικά για κάθε ένα από τους χαρακτήρες του έργου, ώστε να καθρεφτίζει την εκάστοτε ψυχική του κατάσταση.
Η μουσική επιμέλεια του ίδιου του σκηνοθέτη υπογράμμισε εύστοχα τις εντάσεις του λόγου και τις συνόδεψε με νότες.
Οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου εστίαζαν σωστά στα πρόσωπα των ηρώων, ενώ υπέροχη ήταν η ιδέα του φωτιστικού ελλειψοειδούς γύρω από τη μακρόστενη τράπεζα που μεγάλωνε τη διαδρομή του με τη ροή της ιστορίας και ολοκληρώθηκε με το τέλος της.

Συμπερασματικά, στη σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου, είδα μια παράσταση βασισμένη σε ένα καλογραμμένο, φρέσκο και ευφάνταστο κείμενο μιας νέας Ελληνίδας δημιουργού, με σκηνοθεσία η οποία ανέδειξε τις λεπτές ισορροπίες των χαρακτήρων, τις συγκρούσεις αλλά και τους κοινούς τους τόπους, αλλά και τη διαχρονικότητα κάποιων καταστάσεων και συναισθημάτων. Σφιχτός και γρήγορος ο ρυθμός, κράτησε αμείωτο ενδιαφέρον του θεατή μέχρι το τέλος. Φινετσάτοι και σπιρτόζικοι διάλογοι, γρήγορες εναλλαγές μεταξύ ρετρό και σύγχρονης ατμόσφαιρας, εξαιρετική σκηνική υποστήριξη, έξυπνοι φωτισμοί και μία καλοκουρδισμένη ερμηνευτική ομάδα με δυναμικές, κεφάτες ερμηνείες δημιουργούν μία από τις καλύτερες θεατρικές προτάσεις του φετινού χειμώνα.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.