SWEENEY TODD - ΚΡΙΤΙΚΗ

SWEENEY TODD - ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (4 ψήφοι)

Το μιούζικαλ "Sweeney Todd, ο δαιμόνιος Κουρέας της οδού Φλητ" παρουσίασε και σκηνοθέτησε στο Ηρώδειο ο Γιώργος Πέτρου με την Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Η αρχική ιδέα του έργου ανήκει στον Christopher Bond, ο οποίος το 1973 έγραψε το ομώνυμο θεατρικό έργο, βασισμένο σε λαϊκές ιστορίες της βικτωριανής εποχής ("penny dreadfuls").

Σαν μιούζικαλ σε μουσική και στίχους του Stephen Sondheim και κείμενο του Hugh Wheeler, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1979, σάρωσε τα βραβεία Tony και ενέπνευσε τον Tim Burton να σκηνοθετήσει το ομώνυμο κινηματογραφικό έργο (2007) με πρωταγωνιστές τους Johnny Depp και Helena Bonham-Carter.
Στο σκοτεινό και ζοφερό Λονδίνο των μέσων του 19ου αιώνα ο Benjamin Barker ήταν ένας κουρέας που ζούσε ήρεμα με τη γυναίκα του τη Λούσι και τη μικρή του κόρη, την Τζοάνα. Ο δικαστής Turpin βάζει στο ερωτικό του στόχαστρο τη Λούσι και για να την αποκτήσει εξορίζει τον κουρέα. Αυτή αυτοκτονεί και η κόρη τους υιοθετείται από το δικαστή, με το μικρό κορίτσι να πιστεύει αυτόν σαν πατέρα της. Περίπου δύο δεκαετίες μετά, ο Barker επιστρέφει με τη βοήθεια του Anthony Hope ως Sweeney Todd και ζητά εκδίκηση. Ανοίγει το κουρείο του και πάλι στην οδό Φλητ, πάνω από το μαγαζί με τις πίτες της κυρίας Lovett. Ταπεινώνει σε μια μονομαχία κουρέματος και ξυρίσματος το φημισμένο Ιταλό Pirelli, ο οποίος στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι είναι ένας Ιρλανδός πρώην βοηθός του Barker. Τον εκβιάζει ότι θα αποκαλύψει το μυστικό του, αλλά πεθαίνει κάτω από τις κοφτερές λεπίδες του Todd και γίνεται κρέας για τις πίτες της κυρίας Lovett. Κι έτσι ανοίγει ένας κύκλος αίματος, μέχρι να πληρώσουν οι αληθινοί θύτες. Το έργο δύσκολα εμπίπτει σε μία και μόνη κατηγορία παράστασης, αφού πρόκειται για ένα μουσικό θρίλερ με έντονα στοιχεία δράματος, αλλά και με βιτριολικό μαύρο χιούμορ. Η μετάφραση και η προσαρμογή του κειμένου έγινε από τον ίδιο το σκηνοθέτη. Παρακολουθώντας τους υπέρτιτλους τόσο στα αγγλικά, όσο και στα ελληνικά, μου έκανε αλγεινή εντύπωση ότι συχνά η μετάφραση δεν αποτύπωνε με ακρίβεια το αρχικό κείμενο, αλλά μόνο σε κάποιο βαθμό. Κάποιες κωμικές ατάκες έχασαν έτσι το αληθινό τους κωμικό νόημα, ενώ υπήρξαν φορές που και οι ελληνικοί υπέρτιτλοι δεν ταίριαζαν απόλυτα με τα λεγόμενα των ηθοποιών στη σκηνή, δείχνοντας έτσι μια βιασύνη στο μεταφραστικό εγχείρημα.

Ο Γιώργος Πέτρου εκτός από την υποδειγματική μουσική διεύθυνση της Καμεράτας στην αυθεντική ενορχήστρωση του έργου, ανέλαβε και τη σκηνοθετική καθοδήγηση της παράστασης. Η προσπάθεια δεν ήταν εύκολη, καθώς επιχείρησε να κρατήσει ζωντανά μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια τόσο τη σκοτεινή ατμόσφαιρα θρίλερ, όσο και τις κωμικές ανάσες με το καυστικό χιούμορ, αλλά και τη δραματική πλευρά της ιστορίας με τις ανθρώπινες προεκτάσεις της. Η εναλλαγή των σκηνών συνοδευόταν συνήθως και από μια μετακίνηση κάποιων ξύλινων κιβωτίων (αλλαγή της πλευράς που είχε τα κατάλληλα κάθε φορά γράμματα), αλλά και της μεγάλης σκάλας του σκηνικού, που ήταν χρονοβόρα από πλευράς οικονομίας της παράστασης και δεν έγινε πάντα με ακρίβεια (σε δύο-τρεις σκηνές οι επιγραφές των κιβωτίων ήταν λάθος), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει συνέχεια στο ρυθμό της παράστασης. Κάποιες σκηνές τράβηξαν σε μάκρος και με εμμονή στη λεπτομέρειά τους, με την πλοκή σε αυτές να κάνει κοιλιά και σε κάποιες άλλες κυριολεκτικά να βαλτώνει, με το ενδιαφέρον του θεατή αντίστοιχα να ατονεί, αφού η εξέλιξη της ιστορίας γινόταν αργή και προβλέψιμη. Οι κωμικές ατάκες δεν είχαν (πλην κάποιων φωτεινών εξαιρέσεων) τη σπιρτάδα, την αυθεντικότητα και τη λεπτή ειρωνεία που κρύβεται στο αρχικό κείμενο, με αποτέλεσμα να χάνονται και να μην προκαλούν ούτε καν το μειδίαμα του κοινού. Κι ενώ φάνηκε ότι είχε γίνει λεπτομερής και προσεκτική δουλειά στη μουσική διδασκαλία, η πρόζα έδειξε να περνά σε δεύτερο επίπεδο, όχι εξίσου σημαντικό, με αποτέλεσμα κάποιες επίπεδες και άχρωμες σκηνές. Παρ' όλα αυτά δεν έλειψαν οι ενδιαφέρουσες στιγμές στην παράσταση, η οποία είχε αισθητική, συνεργάστηκε αγαστά με το χώρο και πρόσφερε εξαιρετικές μελωδίες και σημαντικά ψήγματα ταλέντου των πρωταγωνιστών της.

Ο Χάρης Ανδριανός στο ρόλο του Sweeney Todd, έδειξε απλόχερα το εύρος των φωνητικών του δυνατοτήτων, αλλά ο ρόλος απαιτούσε και ένα αντίστοιχο ερμηνευτικό κρεσέντο, το οποίο παρατήρησα μόνο στο φινάλε. Στη ροή της παράστασης είδα δισταγμούς και μία συχνά επιδερμική προσέγγιση στη βαθύτερη ψυχολογία του σκοτεινού και σύνθετου ήρωα και τη διερεύνηση των κινήτρων του. Κάποιες κινήσεις του έμοιαζαν βεβιασμένες και σε κάποιες σκηνές έδειχνε να έχει μια σκηνική ανασφάλεια.
Η Νάντια Κοντογιώργη υποδύθηκε την κυρία Lovett και είχε όλη τη σπιρτάδα και τη χειμαρρώδη παρουσία που απαιτούσε ο χαρακτήρας της. Χωρίς να προσπαθήσει φωνητικές ακρότητες, έλεγχε απόλυτα τις εκφράσεις του προσώπου της και η κίνησή της είχε συνέπεια διαβάζοντας σωστά τις σκηνικές απαιτήσεις. Έδειξε να κατανοεί τόσο την κωμική υπόσταση που χρειαζόταν, αλλά και την πιο δραματική όταν οι περιστάσεις το υπαγόρευσαν.
Ο Χριστόφορος Σταμπόγλης ως Δικαστής Turpin ήταν επίσης εξαιρετικός στις φωνητικές του ακροβασίες, αλλά είχε και το απαραίτητο σκηνικό εκτόπισμα για να αποτυπώσει έναν ήρωα σεβάσμιο εξωτερικά και δόλιο εσωτερικά. Και ήταν στιβαρός και μεγαλοπρεπής στη σκηνή του Ηρωδείου.
Η Άννα Κουτσαφτίκη ήταν μία αριστουργηματική ζητιάνα, που κατάφερνε να τρυπώνει με μαεστρία σε πολλά στιγμιότυπα, να κάνει έντονη την παρουσία της και να προκαλεί στο θεατή συμπάθεια και χαμόγελο. Παρόλα αυτά δεν εγκατέλειψε ούτε μία στιγμή την έντονα δραματική απόχρωση μιας δυστυχισμένης και ταλαιπωρημένης γυναίκας, που τον σκιαγράφησε με απόλυτα πειστικό τρόπο.
Ο Άρης Πλασκασοβίτης στο ρόλο του νεαρού Tobias, είχα συνέχεια την αίσθηση ότι βιαζόταν να ολοκληρώσει τις ατάκες του και ότι έδωσε πρωτεύουσα σημασία στην κωμική του πλευρά, μην τονίζοντας τη δραματική του. Νευρικός στην κίνησή του, μου έβγαλε γενικά μια αβεβαιότητα στην ερμηνευτική του προσέγγιση, ενώ φωνητικά ήταν συνεπής και αποτύπωσε όμορφα μια εσωτερική αφέλεια που είχε ο ήρωάς του.
Ο Χρήστος Κεχρής ερμηνεύοντας τον επίτροπο Bamford δεν είχε νεύρο και ένταση στα σκηνικά του περάσματα πλην της σκηνής που έπαιζε στο πιάνο τις αναμνήσεις του.
Η Μυρσίνη Μαργαρίτη υποδύθηκε την Johanna και αποτέλεσε ακόμα μία περίπτωση που παρατήρησα φωνητική πληρότητα, αλλά χτυπητές αδυναμίες στην πρόζα και στο σκηνικό της στήσιμο.
Ο Γιάννης Καλύβας αντίθετα ως Anthony Hope είχε ισορροπία και προσωπικότητα στη σκηνή και στάθηκε με συνέπεια και αξιοπρέπεια στις απαιτήσεις του χαρακτήρα του.
Γιάννης Χριστόπουλος (Pirelli), Σωτήρης Τριάντης (Jonas Fogg) και Απόστολος Ψυχράμης (πωλητής πτηνών) είχαν μικρότερους σε έκταση και διάρκεια ρόλους, αλλά είχαν ενεργή συμμετοχή στη ροή της παράστασης, έδειξαν δυνατότητες και είχαν συμβολή τόσο στην κωμική, όσο και στη δραματική πτυχή της.
Λητώ Μεσσήνη, Χριστίνα Μιχαλάκη, Μαριλένα Χρυσοχοΐδη, Μαρία Μουρκούση, Αναστασία Κότσαλη, Μιράντα Μακρυνιώτη, Αθηνά Καστρινάκη, Βαγγέλης Αγγελάκης, Σταύρος Ζουλιάτης, Χρήστος Χριστοδούλου, Γιάννης Μανιατόπουλος, Νικόλας Μπογιατζής, Αντώνης Δήμου και Άγγελος Χονδρογιάννης αποτέλεσαν τα μέλη του χορού και συμπλήρωσαν με κέφι και διάθεση τους πρωταγωνιστές αποτελώντας ένα απαραίτητο και δυναμικό στοιχείο του έργου.
35 μουσικοί επί σκηνής ακολούθησαν υποδειγματικά τις οδηγίες του μαέστρου τους και μας χάρισαν τις μελωδίες του μιούζικαλ.

Τα σκηνικά του Πάρη Μέξη ήταν εντυπωσιακά, προσαρμόστηκαν στο χώρο, δημιούργησαν επίπεδα, αλλά είχαν μια δυσκολία στη μετακίνησή τους και στην εναλλαγή τους που ενίοτε αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στο γρήγορο ρυθμό και τη ροή των σκηνών.
Τα κοστούμια της Γιωργίνας Γερμανού ήταν απόλυτα αντιπροσωπευτικά της ζοφερότητας της ατμόσφαιρας του βικτωριανού Λονδίνου και έντυσαν υπέροχα τους ερμηνευτές.
Η κινησιολογία και η χορογραφία της Ζωής Χατζηαντωνίου απέφυγε την περιττή κίνηση στο χώρο και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων έδεσε όμορφα με τη μουσική και τα τραγούδια. Οι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου έπαιξαν συχνά εύστοχα με τις σκιές, προτίμησαν τα γενικότερα πλάνα, αν και σε κάποιες περιπτώσεις θα προτιμούσα πιο έντονη εστίαση στους πρωταγωνιστές.
Η μουσική προετοιμασία και διδασκαλία των ηθοποιών και του χορού ανήκε στο Δημήτρη Γιάκα.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Ηρωδείου είδα να γίνεται μια τολμηρή προσπάθεια παρουσίασης στο ελληνικό κοινό ενός διάσημου μιούζικαλ που έδρεψε δάφνες στο Broadway. Η σκηνοθεσία είχε αρκετές αδυναμίες και δεν κατάφερε να διατηρήσει ένα ενιαίο γρήγορο ρυθμό και μια ευχάριστη και απρόσκοπτη ροή στην παράσταση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν έντονα σκαμπανεβάσματα και κοιλιές στην εξέλιξή της. Κάποιες σκηνές ίσως μπορούσαν να είναι συντομότερες και πιο μεστές για να διατηρείται ζωντανό το ενδιαφέρον του θεατή. Η πρόζα δεν ήταν πάντα συντονισμένη και σε ισορροπία με τα τραγουδιστικά μέρη της παράστασης, πέρασε συχνά σε δεύτερη μοίρα και είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν κάποιες κωμικές ατάκες και μικρές δραματικές κορυφώσεις, ενώ και κάποιοι ηθοποιοί ένιωσα να χρειάζονται λίγη προσπάθεια ακόμα για να μπουν πλήρως στο πνεύμα των ρόλων τους. Στο σύνολό της πάντως και με έμφαση στη μουσική και τα τραγούδια η προσπάθεια είχε αισθητική και αρκετό ενδιαφέρον και έδωσε υποσχέσεις για ακόμα καλύτερα πράγματα στο μέλλον.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.