ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΛΟΥ - ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Το έργο του γνωστού Ουκρανού συγγραφέα Νικολάι Γκόγκολ "Το Ημερολόγιο ενός Τρελού" σκηνοθετεί στην Κεντρική Σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης ο Σωτήρης Χατζάκης.
Γραμμένο το 1835 και ενταγμένο στη συλλογή διηγημάτων "Αραβουργήματα", είναι το μόνο έργο του συγγραφέα σε πρώτο πρόσωπο, που επιχειρεί να δώσει την έκταση της ψυχικής αποδιοργάνωσης και της επακόλουθης κατάρρευσης του Αυξέντη Ιβάνοβιτς Ποπρίτσιν, ενός κατώτερου δημόσιου υπαλλήλου. Ένα συμβολικό διήγημα ενός ήρωα απλού, καθημερινού, που αγγίζει τα κοινωνικά αδιέξοδα και πιθανώς να αποτελεί κατοπτρισμό του ίδιου του συγγραφέα, αποκαλύπτει τις άσχημες στιγμές της ζωής, τις φοβίες και τα καθημερινά προβλήματα και τα παραθέτει ως ένα βαθμό ως αναμνήσεις ενός παρελθόντος που επιχειρεί να σταθεί οδηγός του μέλλοντος. Η σκέψη, το συναίσθημα, η τρέλα αναδεικνύουν την εσωτερική πάλη του ήρωα, μιας ύπαρξης χαμένης ή κατακερματισμένης που βυθίζεται, στραγγαλίζεται και αναζητεί μια λύτρωση. Οι μεγάλες προσδοκίες ασήμαντων ανθρώπων, η ελευθερία και η ποικιλία στις επιλογές ζωής και εργασίας και η αλαζονεία της εξουσίας είναι θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο συγγραφέας. Ένα κείμενο που παραμένει επίκαιρο, ειδικά στις σημερινές συνθήκες σύγχυσης, ψυχολογικής πίεσης, βίας και αποπροσανατολισμού που βιώνουμε.
Η μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου έχει πολλές φωτεινές στιγμές, αλλά κάποιες άλλες ένιωσα ότι χρησιμοποιεί μια επιτηδευμένα λόγια γλώσσα για να εκφράσει μηνύματα σαφή και κατανοητά στο ευρύ κοινό. Για τις ανάγκες της παράστασης ο σκηνοθέτης (και πρωταγωνιστής) συνεργάστηκε με το Ματθαίο Γιωσαφάτ για την ψυχαναλυτική προσέγγιση του ρόλου, ενώ ο ίδιος έκανε και τη θεατρική διασκευή του κειμένου.

Ο Σωτήρης Χατζάκης αναλαμβάνει το σκηνοθετικό βάρος αυτού του εγχειρήματος, έχοντας να διαχειριστεί τη βαρύτητα ενός δύσκολου και συμβολιστικού έργου, αλλά και ένα χαρακτήρα στα όρια της νοητικής κατάρρευσης και της ψυχικής αποδιοργάνωσης. Στη ροή του έργου επιχειρεί μέσα από την καθημερινότητά του και στιγμιότυπα της προηγούμενης ζωής του, να περιγράψει τα αδιέξοδά του χαρακτήρα, τα αίτια και τις αφορμές τους και να σκάψει βαθιά στον εύθραυστο ψυχισμό του. Η ματιά του σε πρόσωπα και γεγονότα είναι στρεβλή, ανακλώνται από τον καθρέφτη του προσώπου του και στοχεύουν το θεατή. Θέλει να ζει, να σκέπτεται και να ελπίζει σε καλύτερο μέλλον. Το "εγώ" μέσα του συνομιλεί με ένα αόριστο "εσύ" και μέσα από το ασυνείδητο επιδίδεται σε έναν αγώνα αυτογνωσίας, ενάντια στη φυγή της τρέλας και τα φαντάσματα της μοναξιάς του και θαρρείς ότι ζει σε μία παραίσθηση. Στην παράσταση είδα ένα υπέρμετρο σκηνοθετικό εγώ, που σε κάποιες σκηνές προσπαθεί να πατρονάρει τη σκέψη του θεατή με τρόπο ελαφρώς δασκαλίστικο, χωρίς όμως να εμβαθύνει πραγματικά στον ήρωα και να προσεγγίζει την ευαίσθητη ισορροπία του. Μένοντας στην επιφάνεια, κάνει την οπτική του στατική, λιμνάζουσα, δε βοηθά το χαρακτήρα να εξελιχθεί και η εναλλαγή των σκηνών είναι αργή και δεν έχει φαντασία. Και κάπως έτσι τα νοήματα του έργου δεν επικοινωνούν με την πλατεία, αλλά δείχνουν να επιστρέφουν ανεκμετάλλευτα στον πομπό τους. Ο λόγος ακούγεται κούφιος, ξύλινος, ανέμπνευστος και δεν ερεθίζει τις αισθήσεις του θεατή, δεν τον διεγείρει. Σκηνοθετώντας τον εαυτό του, αυτοπαγιδεύεται στη μαγεία της έλξης, που πιθανόν εξάσκησε επάνω του το κείμενο και δείχνει να λησμονεί ότι το θέατρο απευθύνεται σε κοινό.

Ο ίδιος ο Σωτήρης Χατζάκης αναλαμβάνει και το ρόλο του Ποπρίτσιν, με την ερμηνεία του να έχει μια αυταρέσκεια, μία λεκτική και κινητική δυσκαμψία και το χαρακτήρα να αγγίζει την καρικατούρα, με άνευρες και επίπεδες κορυφώσεις χωρίς πάθος και συναίσθημα. Σε ελάχιστες στιγμές αισθάνθηκα να βιώνει το λόγο και τις καταστάσεις που περιγράφει και να χρησιμοποιεί τα εκφραστικά του μέσα για να αποτυπώσει τις ιδιαίτερες πτυχές ενός σύνθετου ήρωα. Δεν ένιωσα το ρόλο να διανύει μια διαδρομή, να πάσχει, να προσπαθεί να επιπλεύσει και να καταλήγει στις παρυφές της τρέλας. Η κίνησή του επιτηδευμένη, νωχελική και συνήθως δεν ακολουθούσε τις εντάσεις του λόγου. Δεν ένιωσα τον ήρωα να πάλλεται, να μάχεται, να ηττάται και να συντρίβεται. Και έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται, γιατί κάποιος αποφασίζει να αναμετρηθεί με ένα τέτοιο ρόλο, όταν δεν έχει αποφασίσει να τον ζήσει και να τον οδηγήσει στα άκρα.

Το σκηνικό της Έρσης Δρίνη γέμισε δημιουργικά το μεγάλο χώρο της σκηνής, όπου δέσποζε ένας τεράστιος εγκέφαλος "τρυπημένος" από ιδέες, σκέψεις, επιθυμίες και προσδοκίες και είχε μια λιτή επίπλωση όπως θα ταίριαζε στο εργασιακό περιβάλλον ενός κατώτερου υπαλλήλου.
Τα κοστούμια της ίδιας με μεταβάσεις αντίστοιχες των μεταβολών της ψυχοσύνθεσης του ήρωα, ενώ ο σχεδιασμός των φωτισμών από τη Χριστίνα Θανάσουλα είχε φαντασία, δημιούργησε συχνά μια υποβλητική ατμόσφαιρα και ήταν ένα διαρκές παιχνίδι με τις εσωτερικές σκιές του Ποπρίτσιν.

Συμπερασματικά, στην Κεντρική σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης είδα ένα δύσκολο, αλλά πλούσιο νοημάτων, ιδεών και προσωπικών αληθειών μονόλογο, ο οποίος όμως σκηνοθετήθηκε με τρόπο παλαιό, εξεζητημένο και επιτηδευμένο, χωρίς ρυθμό και δίχως να μπορεί να κάνει το θεατή δέκτη των επί σκηνής ερεθισμάτων. Η ερμηνεία άνευρη, αχρωμάτιστη, επιδεικτική ενός σχεδόν υπετροφικού εγώ, δεν εμβάθυνε στις αλήθειες μιας ταραγμένης προσωπικότητας, αλλά πάτησε πάνω σε κλισέ και ευκολίες, χωρίς πραγματικές κορυφώσεις.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.