ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΝΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΝΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.2/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

Το έργο του Πάκο Μπεθέρα (Francisco Jesus Beccera Rodriguez) "Το Μικρό Πόνι" (El Pequeño Poni) σκηνοθετεί στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου η Σοφία Καραγιάννη.
Είναι βασισμένο σε αληθινό περιστατικό που συνέβη στη Μεγάλη Βρετανία το 2014 και είχε δύο τραγικά θύματα κακοποίησης, γι' αυτό και είναι αφιερωμένο σε αυτά τα παιδιά. Η σχέση ενός ζευγαριού περνάει έντονη κρίση και δοκιμάζει τις αντοχές της, όταν ο μικρός τους γιος πηγαίνει στο σχολείο με μια τσάντα που έχει επάνω της το αγαπημένο του καρτούν και γίνεται αντικείμενο χλευασμού και έντονων λεκτικών επιθέσεων και προσβολών από τους συμμαθητές του. Ο διευθυντής του σχολείου ζητά από τους γονείς να μην ξαναστείλουν το παιδί στο σχολείο με την ίδια τσάντα, γιατί προκαλεί το κοινό αίσθημα και φοβάται κλιμάκωση του bullying εναντίον του. Όταν το παιδί αρνείται, η μητέρα του πετά την τσάντα και αυτό πεισμωμένο μπαίνει σε μια διαδικασία συνολικότερης άρνησης, μέχρι να του πάρουν μια καινούργια τσάντα, ίδια. Με την επάνοδό του στο σχολείο η αρνητική και επιθετική συμπεριφορά χειροτερεύει και λαμβάνει ακόμα και τη μορφή της σωματικής βίας.
Το σχολείο ζητά την απομάκρυνση του παιδιού και οι γονείς του έχουν έντονες διαφωνίες για το χειρισμό του θέματος, με στόχο να μην τραυματίσουν σοβαρά την ψυχοσύνθεση του παιδιού. Παρ' όλα αυτά οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του, χωρίς αυτό να αρθρώνει λόγο και να εκφράζει τις επιθυμίες του.
Ένα έργο σύγχρονο, που δεν έχει πατρίδα και σύνορα και μπορεί να αφορά κάθε οικογένεια. Σε μια κοινωνία που συχνά νοσεί και φέρεται σκληρά στα ίδια της τα παιδιά, είναι σημαντικό να κάνουμε αυτά τα παιδιά συμμέτοχα στις αποφάσεις που τα αφορούν. Η μετάφραση του κειμένου ανήκει στη Μαρία Χατζηεμμανουήλ και είναι άμεση, συνεπής, κατανοητή και προσαρμοσμένη απόλυτα στα ελληνικά γλωσσικά δεδομένα.

Η Σοφία Καραγιάννη έχει τη σκηνοθετική επιμέλεια του έργου, προσπαθώντας να διατηρήσει ατόφια την προβληματική του και να την παρουσιάσει από όλες τις οπτικές γωνίες με άμεσο και κατανοητό τρόπο. Από την αρχή φροντίζει να μας εισάγει στην τρυφερότητα της παιδικής ηλικίας με ένα πολύχρωμο γύρω-γύρω όλοι που κυριαρχεί στη σκηνή και μας πάει πίσω στα χρόνια που παίζαμε ανέμελοι στις παιδικές χαρές. Το παιχνίδι όμως γυρίζει με ταχύτητα και συχνά σταματάει απότομα, υπαινισσόμενο τη σκληρότητα και την αγριότητα των γεγονότων που θα λάβουν χώρα στην εξέλιξη της ιστορίας. Η ατμόσφαιρα κλειστοφοβική, πιεστική, αλλά παρόμοια είναι και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ο Χάιμε και η Ιρένε με το μικρό Λουίζμι.
Εκκωφαντική η απουσία του παιδιού από τη σκηνή, ενδεικτικό ότι οι αποφάσεις για το μέλλον του λαμβάνονται ακόμα και από τους γονείς του ερήμην του. Η ευαισθησία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν με την ένταση των ενδοοικογενειακών συγκρούσεων. Οι δύο ηθοποιοί είναι συνήθως απέναντι, όπως είναι και οι απόψεις και τα πιστεύω τους. Ενίοτε συναντιούνται στο κέντρο του παιχνιδιού, όταν συνειδητοποιούν ότι μόνο από κοινού μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα. Τρέχουν γύρω γύρω από το παιχνίδι, όπως τρέχουν καθημερινά στο στίβο της ζωής για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της οικογένειας. Γενικότερα η σκηνοθεσία ήταν ευρηματική, διατηρώντας στο ακέραιο το σύγχρονο και ρεαλιστικό χαρακτήρα του έργου, απευθύνεται στο συναίσθημα αλλά και το νου του θεατή, χωρίς όμως να του κουνά το δάχτυλο με κριτική διάθεση και διδακτισμό.

Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος ερμηνεύει το ρόλο του Χάιμε, ενός πατέρα ελαφρώς ξεχασιάρη, αλλά με γνήσια αγάπη προς τη γυναίκα του και ενδιαφέρον και στοργή για το γιο του. Δείχνει δεκτικός, διαλλακτικός και ανοικτός σε προτάσεις, αλλά συχνά κρατά μια απόλυτη στάση απέναντι στις εξελίξεις. Λέει αλήθειες, αλλά παράλληλα αρνείται να "δει" τις κρυμμένες πτυχές τους. Δεν εγκλωβίζεται στα κοινωνικά στερεότυπα και έχει δυναμική και αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση του γιού του.
Η Ρηνιώ Κυριαζή υποδύεται την Ιρένε, μια μητέρα με επίγνωση των ευθυνών της και αποφασιστική, αλλά πιο κλειστή, πιο απόλυτη, πιο προβληματισμένη και λιγότερο ευέλικτη στην επιλογή των πιθανών λύσεων για το παιδί της. Οι δυνάμεις της κάποιες φορές την εγκαταλείπουν, αλλά σα γνήσιος μαχητικός χαρακτήρας επιμένει και διεκδικεί την οικογενειακή ηρεμία. Και οι δύο έχουν εξαιρετική χημεία στη σκηνή, σε ρόλους οι οποίοι πέρα από την πνευματική τους διαύγεια, απαιτούν και εξαιρετική φυσική κατάσταση για να ανταπεξέλθουν. Συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο και είναι άμεσοι, ρεαλιστικοί στις ερμηνείες τους και απόλυτα συγκεντρωμένοι, πείθοντας ότι είναι ένα σύγχρονο ζευγάρι που αγωνίζεται για να αρθούν οι διαφωνίες και τα αδιέξοδά τους.

Το σκηνικό της Κωνσταντίνας Κρίγκου είναι ευφάνταστο και πολυχρηστικό όπως προαναφέρθηκε και η ευελιξία των χωρισμάτων, δείχνει τα "μονοπάτια" των σκέψεων των δύο πρωταγωνιστών. Αποτέλεσε ατού και κινητήριο μοχλό για την παράσταση. Τα κοστούμια της ίδιας καθημερινά και αντιπροσωπευτικά ενός ζευγαριού της διπλανής πόρτας.
Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου καίρια, υπογράμμισε με νότες τις εντάσεις των ηρώων.
Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου έπαιξαν με τις σκιές και τις χαμηλές εντάσεις επιμένοντας επιτυχημένα στα κλειστά πλάνα. Η επιμέλεια της κίνησης ήταν της Μαργαρίτας Τρίκκα, ήταν προσεγμένη και είχε αποφασιστική συνεισφορά στις ολοκληρωμένες ερμηνείες των δύο ηθοποιών.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Κάτω Χώρου του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, είδα μια παράσταση, με σύγχρονη και ταυτόχρονα δυναμική σκηνοθετική οπτική. Ασχολήθηκε με ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλές οικογένειες σε διάφορα μήκη και πλάτη του κόσμου με διεισδυτική ματιά, αλλά και διάθεση να προτείνει λύσεις. Στην έξυπνη και ευρηματική σκηνοθεσία, ήρθαν να προστεθούν και οι ερμηνείες των δύο ηθοποιών, οι οποίοι έδειξαν απόλυτα δοσμένοι στις απαιτήσεις των ρόλων τους, προσφέροντας στο κοινό, μία ίσως όχι ευφρόσυνη θεατρική βραδιά, αλλά γεμάτη ποιοτικό θέατρο και δημιουργικό προβληματισμό.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.