ΤΟ ΒΡΑΚΙ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΒΡΑΚΙ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

«ΤΟ ΒΡΑΚΙ» γραμμένο το 1911 από τον κορυφαίο εξπρεσιονιστή συγγραφέα Καρλ Στέρνχαϊμ, γνωστό και ως «Γερμανό Μολιέρο», παρουσιάζεται στο θέατρο Skrow σε σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία Μαριλίτας Λαμπροπούλου και μετάφραση Γιώργου Δεπάστα.

Πρόκειται για μία καυστική, τολμηρά ριζοσπαστική βικτωριανή κωμωδία ηθών που κινείται μεταξύ ρεαλισμού, σάτιρας και μπουρλέσκ σε μία διαταραγμένη εποχή, όπου το κόκκινο βελούδο σκεπάζει τον παραλογισμό, την παρακμή και τη σαπίλα της γερμανικής κοινωνίας. Η ένδεια, η απουσία πνευματικότητας, η χυδαιότητα, ο άκρατος ατομικισμός η κοινωνική αναισθησία, η συμφεροντολογία, η απόλυτη σκληρότητα βυθίζονται στη γλυκιά ανεμελιά και στην ρηχότητα του καλλωπισμού. Στο κείμενο ο συγγραφέας στηλιτεύει την αστική υποκρισία και την παρακμή του πολιτισμού με διεισδυτική ματιά και αιχμηρή, ειρωνική γλώσσα. Με πρόσχημα την ανεκδοτολογική απώλεια του βρακιού της κυρίας Μάσκε, ο Στέρνχαϊμ, συνθέτει την κοσμοθεωρεία του βολέματος σε μία κοινωνία, που γνωρίζει καλά να κρύβει τα ενστικτώδη πάθη της πίσω από τη μασκαράτα της αστικής κοσμιότητας. Γι' αυτό εξάλλου και επιλέγει το σαρκαστικό επώνυμο Μάσκε, καθώς αντικατοπτρίζει το καθωσπρέπει προσωπείο ενός αστικού κανιβαλισμού και μιας ιδεολογικής και συναισθηματικής κενότητας. Διασαφηνίζει την αρπακτικότητα, το εργασιακό δημόσιο βόλεμα, την εθνικιστική έπαρση, τον θρησκευόμενο πουριτανισμό, την ανήθικη «ηθική», την επικίνδυνη άγνοια της μικροαστικής τάξης καθώς και την επιφανειακή γνώση των έκφυλων, νάρκισσων μεγαλοαστών.

Στο «Βρακί» ο υπαλληλίσκος Τέομπαλντ Μάσκε, φορώντας τη μάσκα της αθωότητας επωφελείται από την περιρρέουσα σύγχυση του ατυχούς περιστατικού και βγαίνει τελικά κερδισμένος από το ολίσθημα της συζύγου του. Ο στερνχαϊμικός ήρωας είναι ένα περίεργο συνονθύλευμα ανθρώπου. Το μυστικό της επιτυχίας του είναι η κοινωνική του μάσκα, η μάσκα της αφάνειας που τον βοηθά να ζει μία ανύπαρκτη, συμβατική ζωή, βυθισμένος στην επίδειξη των μυών του, στον τευτονικό πατριωτισμό του, στην κοινωνική αδιαφορία και αναλγησία του. Ο Μάσκε κρυμμένος πίσω από την ανωνυμία του, θέλει να αφεθεί στη φύση του που δεν είναι άλλη από εκείνη του συνειδητού κτήνους. Σκέφτεται μονάχα τον εαυτό του και είναι αποφασισμένος να παίρνει συστηματικά από τη ζωή ό,τι του αρέσει και ό,τι τον συμφέρει. Η ψυχρή, χαλύβδινη, απογυμνωμένη από περιττά στολίδια, γλώσσα που μιλάει καταγγέλλει τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις της αστικής κοινωνίας.

Η σπιρτόζικη σκηνοθετική προσέγγιση και πολύ καλή δραματουργική επεξεργασία της Μαριλίτας Λαμπροπούλου, σε εύγλωττη θεατρικά μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα με το εύστοχο σκηνικό της Θάλειας Μέλισσα, τα αρμόζοντα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, τα άρτια «σχολιαστικά» ηχητικά μοτίβα του Κώστα Λώλου,τους διεισδυτικούς φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και την χορογραφημένη κινησιολογία της Ιωάννας Αποστόλου, αποτυπώνει με σαφήνεια τη δηλητηριώδη σατιρική οξύτητα της εξπρεσιονιστικής γραφής του Στέρνχαϊμ και κατευθύνει έξοχα τους ηθοποιούς στους ρόλους τους. Αν και η παράσταση είναι παρατεταμένη σε διάρκεια, ωστόσο καταφέρνει να διατηρήσει καλό ρυθμό, ζωντανούς διαλόγους, σωστές κορυφώσεις, κωμικά ενσταντανέ αποσπώντας καλοκουρδισμένες ερμηνείες και υιοθετώντας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του μπουρλέσκ θεάματος: στομφώδη λόγο, ορμητικά συναισθήματα, ασυγκράτητες χειρονομίες, υπερβολικές δράσεις και αντιδράσεις ανθρώπων που ασφυκτιούν στον μικρόκοσμό τους.

Καίριος και στιβαρός ο Γιάννης Τσορτέκης στον ρόλο του υποκριτή, συμφεροντολόγου, μικροαστού «Τέομπαλντ Μάσκε», που θριαμβεύει τελικά ως γίγας εις βάρος των άλλων, έχοντας πλήρη επίγνωση της ταυτότητάς του.

Η Ελίζα Σκολίδη σκιαγραφεί με καλαισθησία, χάρη και αβρότητα την εύπλαστη ονειροπαρμένη νεαρή «Λουίζε Μάσκε», που υπομένει καρτερικά τη βαναυσότητα του έγγαμου βίου της και λαχταρά μάταια να ζήσει τον μεγάλο έρωτα που περιγράφουν τα ερωτικά μυθιστορήματα.

Η Ελπίδα Τοπάλογλου ανταποκρίνεται με ευθυβολία και μπρίο στον ρόλο της πληθωρικής και καπάτσας γεροντοκόρης γειτόνισσας «Γκέρτρουντ Ντόυτερ», η οποία είναι το τρίτο μάτι της οικογένειας που καταφέρνει να «γευτεί» λίγη ανδρική σάρκα.

Ο «Μπένγιαμιν Μάντελσταμ» του Κωνσταντίνου Ζωγράφου είναι ο υποχόνδριος, φιλάσθενος και μίζερος τύπος, που κρύβει επιμελώς την εβραϊκή καταγωγή του, φαντάζεται ότι μπορεί να μοιραστεί με τους αστούς τα πολιτιστικά προϊόντα της εποχής του και φλερτάρει απροκάλυπτα τη Λουίζε Μάσκε ως επίδοξος εραστής. Η ερμηνεία του είναι εύστοχη, αυθόρμητη και διασκεδαστική.

Ο Στέλιος Παυλόπουλος ως «Φρανκ Σκαρρόν», σκηνικά χειμαρρώδης και απολαυστικός, μοιάζει ως ο τέλειος αποπλανητής της κυρίας Μάσκε. Ο ευγενικής καταγωγής μεγαλοαστός αποδεικνύεται, τελικά, ένα γελοίο κακέκτυπο εραστή, ένας ψευτοδιανοούμενος που κυνηγάει ερωτικές εμπειρίες εκστομίζοντας ρομαντικές φανφάρες μέσα από τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις του.

Εν κατακλείδι, «ΤΟ ΒΡΑΚΙ» σατιρίζει αδυσώπητα την κοσμοθεωρία του βολεμένου ανθρώπου στην παρηκμασμένη και επηρμένη γερμανική κοινωνία του Γουλιέλμου Β', προϊδεάζοντας το ζοφερό μέλλον της ανθρωπότητας με την αποδέσμευση των πιο άγριων ενστίκτων και παθών, που ως τότε παρέμεναν τιθασευμένα. Ευφάνταστη, καλοδουλεμένη και συνάμα ξεκαρδιστική η θεατρική συνθήκη, που κατορθώνει να ρίξει μαζί με το βρακί της Λουίζε Μάσκε και το προσωπείο μιας ολόκληρης κοινωνίας.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.