ΒΑΚΧΕΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΒΑΚΧΕΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.4/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

Οι «ΒΑΚΧΕΣ», του Ευριπίδη, γραμμένες το 407 π.Χ. στην Πέλλα της Μακεδονίας, όπου ήταν φιλοξενούμενος του βασιλιά Αρχέλαου και σκηνοθετημένες από τον γιο του ποιητή το 405 π.Χ. στην Αθήνα, αποτελούν ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα και αινιγματικά κληροδοτήματα στην παγκόσμια δραματουργία, καθώς σε αυτό συνυπάρχουν αρμονικά το τραγικό, το δραματικό και το θεατρικό στοιχείο. Είναι η μήτρα, όπου επιτελείται η σύλληψη, η κύηση και η γέννηση της τέχνης, γεμάτη αμφισημίες και τραγική ειρωνεία γοητεύοντας και προβληματίζοντας δεκάδες αναγνώστες και μελετητές ανά τους αιώνες.

Στο συγκεκριμένο έργο, ο μύθος συναντά την ιστορία με υπόβαθρο την ποιητική αναγωγή. Παρουσιάζεται με όλη την πρωτογενή της μορφή η λατρεία του Βάκχου και η ενανθρώπιση του θείου. Το τραγικό θέμα και το δραματικό αποτέλεσμα είναι τόσο αλληλένδετα συνδεδεμένα μεταξύ τους, με τον ανταγωνισμό των δύο πρωταγωνιστών να εξασφαλίζει την πληρότητά του. Οι «ΒΑΚΧΕΣ», λοιπόν, αποτελούν μια τραγωδία κι ένα δράμα τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών εντάσεων.

Πρωταγωνιστές και αντίπαλοι του έργου σε μία, εξ αρχής, άνιση και προεξοφλημένη μάχη, είναι ο θεός Διόνυσος -που μεταμορφώνεται σε άνθρωπο και διονυσιακό ζώο- και ο βασιλιάς Πενθέας, που επιδιώκει να προστατέψει την πόλη του από το νέο μίασμα που καραδοκεί να καταστρέψει το ήδη υπάρχον κατεστημένο.

Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της θνητής Σεμέλης, σύμβολο του ζωώδους πάθους και της απελευθέρωσης του ανθρώπου από κάθε ηθικό και ορθολογικό πλέγμα, επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του μαζί με τις μαινάδες για την εδραίωση της λατρείας του. Ο νεαρός ηγεμόνας Πενθέας, αυστηρός εκπρόσωπος του νόμου, της τάξης, της λογικής, της ηθικής και των κανόνων της Θήβας, στην ατέρμονη προσπάθειά του να χαλιναγωγήσει τα πάθη των υπηκόων του, οδηγείται σε απερίσκεπτες και σπασμωδικές αποφάσεις, διαπράττοντας ύβρη, εξαιτίας της άλογης παρορμητικότητάς του, της ασέβειάς του και της αποστροφής του στα νέα ήθη του ξένου από την Ανατολή. Η μύνις του θεού πέφτει σαν πέλεκυς επάνω στους ανθρώπους και τους συνθλίβει ολοκληρωτικά. Συμβολικά, λοιπόν, ο Πενθέας σκοτώνει τη ζωή με τις πράξεις του, αλλά και σκοτώνεται από τη ζωή, όταν εκείνη θα βρει τον τρόπο να δραπετεύσει από τα δεσμά που έχει προσπαθήσει να της επιβάλλει. Ο Διόνυσος κατευθύνει χωρίς συναισθηματική εμπλοκή τα ανθρώπινα σαν ανάλγητη δύναμη της Φύσης, εξοντώνοντας με αγριότητα τους θνητούς εχθρούς του, οι οποίοι διέπραξαν ύβρη, αφού ξεπέρασαν τα όρια και τόλμησαν να εναντιωθούν στα θεία.

Το δίδαγμα της τραγωδίας είναι η μετριοπάθεια ως φυσικό επακόλουθο της αυτογνωσίας και η αρμονική συνύπαρξη με την Φύση, η οποία υπενθυμίζει στους κρατούντες ότι η ύβρις της μίμησης δυνάμεων καθώς και η επίδειξη ορθολογισμού φέρνουν δυσοίωνα αποτελέσματα, διασαλεύοντας την ισορροπία των πραγμάτων.

Στις «ΒΑΚΧΕΣ» η αδιάκοπη μεταμόρφωση των ατόμων αποδεικνύεται ο κινητήριος μοχλός δράσης για να παιχθεί ένα αδιανόητο «παιχνίδι ζωής και θανάτου» φορτισμένο με ταραχή και συγκίνηση.

Πάνω σε αυτό το δραματουργικό μοτίβο, ο σκηνοθέτης Χρήστος Σουγάρης, με την εύφορη και ακριβή μετάφραση του Θεόδωρου Στεφανόπουλου και την αρωγή του Νικόλα Ιωακειμίδη, αφηγείται την ιστορία των βακχών με σουρεαλιστική, σκανδαλιάρικη διάθεση, υπογραμμίζοντας την φαιδρότητα της ζωής.

Είναι πλαστουργός ενός γκροτέσκου θεάματος διαρκών μεταμορφώσεων, στο παραμελημένο βασίλειο της πάλαι ποτέ ανέμελης νιότης, με κλοουνερί ατμόσφαιρα, υψηλούς τόνους, μαύρο-εκτονωτικό χιούμορ και ανατριχιαστικές μελωδίες, που φαντάζει σαν εφιαλτικό όνειρο. Ισχυρά συμβολοποιημένος ο σκηνικός χώρος και τα κοστούμια που επιμελούνται ο Αριστοτέλης Καρανάνος και η Αλεξάνδρα Σιάφκου. Στην παραμελημένη παιδική χαρά δρουν και πάσχουν όλοι οι ήρωες, σε νεαρή ηλικία, με κλοουνίστικα χαρακτηριστικά, δείγμα αθώας παιδικότητας και τρόμου παράλληλα.

Οι φωτιστικές δημιουργίες του Γιάννη Δρακουλαράκου συνεπικουρούν στην αίσθηση υποχθόνιου μυστηρίου και η διδασκαλία της εύπλαστης κίνησης του θιάσου οφείλεται στη χορογράφο Στέφανι Τσάκωνα.

Ατού της παράστασης, η ηχητική σύμπραξη του Στέφανου Κορκολή με τους ηθοποιούς. Η ζωντανή παρουσία του σολίστ, στη σκηνή του Ηρωδείου, συνδράμει με απόκοσμες μελωδίες, προερχόμενες από δύο πιάνα. Μελοποιώντας λόγο και χορικά, ξεκλειδώνει τον ρυθμό της φράσης «όποιος κυνηγά τα μεγάλα, χάνει τα καθημερινά» και δημιουργεί μία σουρεαλιστική ατμόσφαιρα θρίλερ που «φωτίζει» τα δρώμενα και τους δρώντες.

Ο πολυάριθμος θίασος της παράστασης ανταποκρίνεται με μεστότητα και θεατρικό παλμό στο όραμα του σκηνοθέτη. Κάποιοι ηθοποιοί υπερτερούν επί σκηνής, άλλοι λιγότερο, αυτό όμως δεν μειώνει τη συνολική καλλιτεχνική αξία του έργου.

Ο Γιώργος Κοψιδάς αν και αξιοπρεπής στον ρόλο του ανθρωπόμορφου θεού «Βάκχου» με την επιβλητική του όψη, δεν καταφέρνει να μεταλαμπαδεύσει πλήρως στον θεατή την πολυδιάστατη προσωπικότητα του θεού με τις εκρήξεις, την ηρεμία, τη φιλήδονη γοητεία, τη μαγεία και τη σκληρή μορφή του πατριάρχη στο τέλος.

Αντιθέτως, ο νεαρός Στάθης Κόικας σκιτσάρει το πορτρέτο του νεαρού, συντηρητικού εξουσιαστή «Πενθέα», ο οποίος διέπεται από ακόρεστη αυτοπεποίθηση και έλλειψη αυτοελέγχου, με δυναμισμό, ενθουσιασμό και πάθος, δείχνοντας από την αρχή το ερμηνευτικό του εκτόπισμα.

Το δίδυμο «Κάδμου» και μάντη «Τειρεσία» των Δημήτρη Ήμελλου και Νίκου Καρδώνη σε νεαρή ηλικία, άκρως απολαυστικό με άρτια ερμηνευτική ισορροπία.

Η σπουδαία Ρούλα Πατεράκη ενδύεται την αλλοπαρμένη «Γυναίκα» σε ρόλο έκπληξη και ο σημαντικός Κώστας Λάσκος τον αμίλητο «Άνδρα».

Η εκστασιασμένη «Αγαύη», της Νίκης Σερέτη, σκιαγραφείται με οίστρο, υποκριτική οξυδέρκεια και εκπληκτική άμεση χροιά.

Πειστικός σαν «Άγγελος Α'» ο Χριστόδουλος Σιγανού, ακριβής και εκφραστικός ο Μανώλης Μαυροματάκης ως «Άγγελος Β'» και συνεπής ο Κρις Ραντάνοφ ως «Θεράποντας».

Το μπουκέτο των «Βακχών», οι διανοούμενες ιεραπόστολοι του θεού Διονύσου, απαρτίζεται από τις ταλαντούχες: Μαρίζα Τσάρη, Γωγώ Καρτσάνα, Ηλέκτρα Σαρρή, Ξένια Ντάνια, Δέσποινα – Μαρία Μαρτσέκη, με κορυφαία τη σκερτσόζα Μυρτώ Αλικάκη, συμπαρασύρουν το κοινό με το λέγειν και τον ξέφρενο χορό τους.

Εν κατακλείδι, οι «ΒΑΚΧΕΣ» είναι ένα εξαιρετικό παίγνιο εξουσίας με πολλές παραδοξότητες, έναν εκδικητή θεό, ένα αμφίσημο μίασμα, γέλιο υπεροχής και γέλιο εκδίκησης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Χρήστος Σουγάρης καταθέτει με ζήλο και μεράκι την αυτοχρηματοδούμενη, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, ρηξικέλευθη οπτική του σε μία δύσκολη εποχή, πραγματευόμενος ζητήματα όπως ο αυτοπροσδιορισμός, η αποδοχή, ο φόβος, η ξενοφοβία, η ενσυναίσθηση, η ενηλικίωση, η επιβολή. Και όπως επισημαίνει ένας πολύ καλός θεατρόφιλος φίλος μου, έστω και δύο τρεις έννοιες να μείνουν χαραγμένες στον νου των θεατών, ο στόχος έχει επιτευχθεί και μόνο κερδισμένοι μπορούμε να βγούμε.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.