ΒΑΤΡΑΧΟΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΒΑΤΡΑΧΟΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ


3.0/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου παρακολούθησα την κωμωδία του Αριστοφάνη "Βάτραχοι", σε σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου. Παίχτηκε για πρώτη φορά στα Λήναια (γιορτή προς τιμήν του Διονύσου) το 405 π.Χ., ένα μόλις χρόνο πριν το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου και κέρδισε το πρώτο βραβείο. Στην πόλη της Αθήνας, όλοι οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές έχουν πεθάνει, με αποτέλεσμα η ποιότητα των παρουσιαζόμενων δραματικών έργων στους αντίστοιχους αγώνες να έχει πέσει δραματικά. Ο Θεός Διόνυσος μαζί με το δούλο του, τον Ξανθία, για να βελτιώσουν την κατάσταση, αποφασίζουν να κατέβουν στον κάτω κόσμο, με στόχο να φέρουν πίσω τον καλύτερο τραγικό ποιητή. Συμβουλεύονται τον Ηρακλή για τον καλύτερο δυνατό τρόπο να φτάσουν στον Άδη και αυτός τους δίνει κατευθυντήριες γραμμές. Οι δύο τους μετά από αρκετές περιπέτειες φτάνουν στο βασίλειο του Πλούτωνα και καταστρώνουν τα σχέδιά τους. Διοργανώνεται ένας αγώνας, στον οποίο διαιτητής ορίζεται ο Διόνυσος, με σκοπό την ανάδειξη του καλύτερου τραγικού ποιητή μεταξύ Ευριπίδη και Αισχύλου, ο οποίος και θα επανέλθει στον πάνω κόσμο. Κωμικά ευρήματα και φαρσικά επεισόδια διαδέχονται το ένα το άλλο στον αγώνα μεταξύ των δύο ποιητών, ο οποίος είναι μέχρις εσχάτων, με τελικό νικητή τον Αισχύλο. Η ουτοπία βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον Άδη και στήνει μια φαντασμαγορική γιορτή, κάνοντας τους νεκρούς να μοιάζουν πιο ζωντανοί και από τους πραγματικά ζωντανούς και τον κάτω κόσμο πιο φωτεινό από τον επάνω. Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, κράτησε σε γενικές γραμμές τον πυρήνα και την ουσία του κειμένου, αλλά δεν απέφυγε κάποιες προσωπικές παρεμβάσεις σε αυτό, οι οποίες δεν ήταν πάντα καίριες και εύστοχες.

Η σκηνοθετική επιμέλεια της παράστασης ήταν του Κώστα Φιλίππογλου, ο οποίος έστησε ένα γαϊτανάκι λόγου, μουσικής και κίνησης, όπου πρωταγωνιστές και χορός είχαν ισορροπημένη συμμετοχή στην εξέλιξη της ιστορίας, προσπαθώντας να συνδυάσουν το σκωπτικό πνεύμα του Αριστοφάνη, αλλά και τη γενικότερη ατμόσφαιρα παρακμής της Αθήνας της εποχής εκείνης. Δίνει έμφαση στη λαϊκή χροιά του έργου και δημιουργεί συχνά μια ατμόσφαιρα ουτοπικού πανηγυριού, με έντονη τη συμμετοχή σε αυτό του χορού, ο οποίος έχει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας και όχι διακοσμητικό. Σάτιρα και δραματική ποίηση βαδίζουν χέρι χέρι, ενώ τα πολιτικά μηνύματα του έργου, η πολιτική και κοινωνική σήψη, επικοινωνούνται στο κοινό μέσω της παρακμής της δραματικής ποίησης. Υπαινικτικοί είναι σε γενικές γραμμές και οι παραλληλισμοί με το σήμερα. Δεν αποφεύγονται όμως κάποιες σημαντικές κοιλιές στο ρυθμό του έργου, όπως στο χορικό των "Βατράχων", αλλά και στην ποιητική αναμέτρηση Ευριπίδη και Αισχύλου, οι οποίες κούρασαν και έκαναν το έργο να πλατειάσει αδικαιολόγητα.
Οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών παρουσίασαν επίσης αρρυθμίες και ενίοτε έλλειψη συντονισμού, καθώς συχνά εμπεριείχαν υπερβολή (κυρίως στην ένταση των φωνών) και ψήγματα της ερμηνευτικής μανιέρας του καθενός. Γενικότερα, παρακολουθώντας ως θεατής, δεν έπαψα να έχω την αίσθηση ότι η παράσταση, ήταν μια διαρκής εναλλαγή στιγμών, όπου άλλοτε έχανε και άλλοτε επανακτούσε το μέτρο και το στόχο της.

Η Σοφία Φιλιππίδου ανέλαβε το ρόλο του Διόνυσου. Η κωμική της φλέβα την οδήγησε σωστά στην ετοιμότητα της ατάκας, στη σκωπτικότητα, ενώ είχε ζωντάνια και μπρίο η παρουσία της. Συχνά όμως η φωνή της ξέφευγε σε πολύ υψηλές οκτάβες, φτάνοντας στην υπερβολή.
Ο Λάκης Λαζόπουλος ερμήνευσε τον Ξανθία και είχε αμεσότητα, εξωστρέφεια και ισορροπία, ελέγχοντας σωστά τα εκφραστικά του μέσα και συνδυάζοντας λόγο και κίνηση, ώστε να προκαλεί αβίαστο γέλιο. Απέφυγε έξυπνα τις άμεσες πολιτικές προεκτάσεις στο σήμερα, αφήνοντας υπονοούμενα, αλλά χωρίς να κουράσει με χιλιοειπωμένα κλισέ. Σαν Ευριπίδης δεν είχε την ίδια αποτελεσματικότητα, καθώς παγιδεύτηκε σε κάποιες τηλεοπτικές ευκολίες, ενώ και η ίδια η σκηνή της "σύγκρουσής" του με τον Αισχύλο τραβά σε μάκρος και χάνει την ουσία της επικοινωνίας της με το κοινό.
Ο Δημήτρης Πιατάς παίζει τον Ηρακλή, αλλά και τον Αιακό και η φωνητική και κινητική του μανιέρα δημιουργεί μια φιγούρα που φλερτάρει διαρκώς με το καρτούν, πατάει σε γνωστές και προβλέψιμες νόρμες, χωρίς να αφήνει περιθώρια αυτοσχεδιασμού και πραγματικών κωμικών αντανακλαστικών στον ήρωά του.
Ο Αντώνης Καφετζόπουλος υποδύεται τον Αισχύλο, το αντίπαλον δραματικό δέος του Ευριπίδη. Διατηρεί τη γνωστή του σπιρτάδα, έχει κέφι και ένταση στο λόγο του (έστω και χωρίς να αποτινάζει πλήρως μια φωνητική κυρίως μανιέρα) και καταφέρνει να επιβιώσει σε μια σκηνή που η διάρκειά της συνολικά κουράζει το θεατή.
Το χορό απαρτίζουν οι Γιάννης Στεφόπουλος (ερμηνεύει και τους Διτύλα και Πλούτωνα), ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος (υποδύεται επίσης το Θυρωρό και τον Παρδόκα), ο Φοίβος Συμεωνίδης (παίζει το Νεκρό και το Θυρωρό), η Ειρήνη Μπούνταλη (η οποία γίνεται και Οικέτιδα), ο Χρήστος Κοντογεώργης (κρατά και το ρόλο του Σκεβλύα), η Εριφύλη Στεφανίδου (τη βλέπουμε και σαν Πανδοκεύτρια), ο Γιώργος Συμεωνίδης (είναι και Οικέτης), ο Τάσος Δημητρόπουλος (επίσης και Θυρωρός) και ο Γιάννης Γιαννούλης (Θυρωρός, αλλά και Χάρων), με κορυφαία την Άννα Καλαϊτζίδου (η οποία ερμηνεύει και την Πλαθάνη). Ο καθένας προσθέτει το προσωπικό του ταλέντο στους δευτερεύοντες ρόλους στους οποίους εμπλέκονται, αλλά συγκροτούν και μια δυναμική και καλοκουρδισμένη ομάδα με αρμονία λόγου και κίνησης που παίζει καθοριστικό ρόλο στο λαϊκό και πανηγυρικό χαρακτήρα των χορικών της παράστασης.
Οι Christoph Blum, Σταμάτης Πασόπουλος και Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι οι μουσικοί που συνοδεύουν ζωντανά την εξέλιξη της ιστορίας.

Το σκηνικό επιμελήθηκαν οι Τέλης Καρανάνος και Αλεξάνδρα Σιάφκου, στήνοντας ένα μαύρο, λοφώδες βάθρο στο κέντρο της σκηνής, όπου λαμβάνει χώρα όλη η δράση και αποδεικνύεται πολυλειτουργικό, καθώς χρησιμοποιείται για την εμφάνιση άλλων σκηνικών (όπως η μικρή και μεγάλη "Θύρα"), σα χώρος ταφής, αλλά και κρυψώνας. Υπήρξαν όμως στιγμές που ένιωσα την κινητική ελευθερία των σκηνών να ασφυκτιά στα στενά όρια του προσφερόμενου αυτού σκηνικού χώρου.
Τα κοστούμια των ίδιων συντελεστών με καλές και κακές στιγμές, είχαν μια σκοτεινή γραμμή και αισθητική όσον αφορά το χορό, που υπηρέτησε το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της πλοκής εξελίσσεται στον Άδη και τη γενικότερη ατμόσφαιρα παρακμής του έργου, αλλά η ενδυματολογική προσέγγιση του Αισχύλου, σαν πορτιέρης σε καλοκαιρινό μπαρ ήταν μάλλον ατυχής.
Η μουσική του Νίκου Γαλενιανού είχε αρκετές καλές στιγμές που παίχτηκαν ζωντανά από τους μουσικούς, αλλά δεν αφήνει ανεξίτηλο στίγμα στην παράσταση.
Η κίνηση της Σοφίας Πάσχου, αν και δεν απέφυγε κάποιες υπερβολές όσον αφορά τους πρωταγωνιστές, δημιούργησε ένα συμπαγή και αρμονικό χορό που κέρδισε το στοίχημα.
Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου εναρμονίστηκαν με την προαναφερθείσα σκοτεινή αισθητική του Κάτω Κόσμου, αν και προτίμησαν γενικά πλάνα στη λεκτική μονομαχία των δύο τραγικών ποιητών.

Συμπερασματικά, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, παρακολούθησα μια παράσταση η οποία έμεινε γενικά πιστή στο αριστοφανικό πνεύμα και τα μηνύματα του ποιητή. Καλές κωμικές στιγμές υπήρξαν, αλλά το γέλιο δεν έβγαινε πάντα αβίαστο. Η γενικότερη παρακμή της Αθήνας εκείνης της εποχής αποτυπώθηκε εύστοχα, οι παραλληλισμοί με το σήμερα υπονοήθηκαν, αλλά δεν ακολούθησαν την πεπατημένη, αλλά συχνά η εξέλιξη της ιστορίας λίμναζε και ο ρυθμός της έπεφτε. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών με καλές και λιγότερο καλές στιγμές, άλλοτε είχαν μέτρο και άλλοτε όχι, οι υπερβολές και οι προσωπικές μανιέρες δεν αποφεύχθηκαν, ενώ ο χορός και η λειτουργική του παρουσία αποτέλεσε ατού της όλης προσπάθειας.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.