ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΔΥΟ ΑΦΕΝΤΑΔΩΝ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΔΥΟ ΑΦΕΝΤΑΔΩΝ - ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (2 ψήφοι)

Στη σκηνή του Θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ) ο Μιχάλης Σιώνας σκηνοθέτησε το έργο του Βενετού δραματουργού Κάρλο Γκολντόνι (Carlo Osvaldo Goldoni) "Υπηρέτης Δυο Αφεντάδων" (il servitore di due padroni). Γραμμένο το 1746 στην αρχική του κόπια κατά παραγγελία του ηθοποιού Antonio Sacco, ακολουθεί την παράδοση της Ιταλικής commedia dell arte και πήρε την τελική του μορφή (με την οποία σώζεται ως σήμερα) το 1753. Η Μπεατρίτσε μεταμφιεσμένη στο νεκρό αδερφό της ταξιδεύει μαζί με τον Τρουφαλντίνο, τον υπηρέτη της, στη Βενετία για να βρει αυτόν που σκότωσε τον αδερφό της, τον οποίο αυτή αγαπούσε. Ο υπηρέτης παραπονιέται συνέχεια για το άδειο του στομάχι και πολυμήχανος καθώς είναι μπαίνει στην υπηρεσία και δεύτερου αφεντικού, τόσο για να ικανοποιήσει τις στομαχικές του ανάγκες, όσο και για να βγάλει διπλά λεφτά. Εκτελώντας τις εντολές των δύο του αφεντικών, καταφέρνει (σε κάποιες περιπτώσεις οριακά) να μην αποκαλυφθεί, ενώ μπλέκεται και στις περίπλοκες ερωτικές περιπέτειες των υπόλοιπων ηρώων. Όταν τα μπερδέματα και οι γκάφες του Τρουφαλντίνο βγαίνουν στη φόρα, όλοι οργίζονται μαζί του, αλλά επειδή οι σχέσεις τους οδεύουν σε ευτυχισμένο τέλος στο τέλος τον συγχωρούν. Η μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ μεστή, ουσιαστική και πλήρης, προάγει το λόγο του Γκολντόνι και όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης κωμωδίας. Η διασκευή του έργου έγινε από το σκηνοθέτη.

Ο Μιχάλης Σιώνας στη σκηνοθετική του προσέγγιση προσπάθησε να ξεφύγει από τις κλασσικές συνταγές της commedia dell arte και να την εμπλουτίσει με μουσική, σφήνες σύγχρονου χιούμορ και στοιχεία δανεισμένα από τις κωμωδίες του βωβού κινηματογράφου. Η μουσική παίζεται ζωντανά στη σκηνή, συνοδεύει το λόγο τις περισσότερες φορές αρμονικά, ενώ έρχεται και σε δημιουργικό διάλογο με την κίνηση κρατώντας συχνά το μέτρο και τον παλμό της. Το πρώτο μέρος, ειδικά στο αναγνωριστικό πρώτο σαρανταπεντάλεπτο δυσκολεύεται να πιάσει ρυθμό, καθώς υπάρχει κάποια επαναληπτικότητα και οι σκηνές κρατούν υπέρ του δέοντος και αναπόφευκτα πλατειάζουν. Η συνέχεια όμως ανεβάζει ταχύτητες και το υπόλοιπο πρώτο μέρος, καθώς και το δεύτερο είναι γρήγορο, χαριτωμένο, στιβαρό και σε κάποιες στιγμές καταιγιστικό. Η ροή της εξέλιξης της ιστορίας και οι παρεξηγήσεις που δημιουργούνται διατηρούν ένα σταθερό και δυναμικό κωμικό μομέντουμ, αν και δε λείπουν οι γλυκόπικρες στιγμές που τονίζουν την ανθρωποκεντρική χροιά της κωμωδίας του Γκολντόνι και οι οποίες δίνουν στο θεατή τροφή για σκέψη. Τα δάνεια από το βωβό κινηματογράφο, ή κάποιους χαρακτήρες κόμικ, εντάσσονται σωστά στην παράσταση και αφομοιώνονται ενεργά στην ιστορία. Κάποια ακροβατικά αντίθετα φάνηκαν λίγο παράταιρα και δεν πρόσθεσαν κάτι ουσιαστικό, ενώ και μερικές ατάκες χάθηκαν από τη ροή και την ένταση της μουσικής, μικρές λεπτομέρειες που όμως δεν επηρέασαν το γενικά εύρυθμο και ευφρόσυνο χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος.

Ο Θανάσης Ραφτόπουλος επωμίστηκε τον απαιτητικό ρόλο του Τρουφαλντίνο και κατάφερε να ανταποκριθεί σε αυτόν. Υπήρξαν κάποιες υπερβολές, κυρίως στην κίνηση, αλλά κατάφερε ο χαρακτήρας του να είναι αυθόρμητος, ρεαλιστικός, να προκαλεί συναίσθημα και να γίνεται συμπαθής παρά τα κουτοπόνηρα κόλπα του. Και είχε απήχηση στο κοινό (όπως παρατηρούσα γύρω μου), καθώς κατάφερε να το παρασύρει στη συλλογιστική του ήρωα που υποδύθηκε.
Η Άννα Σωτηρούδη ήταν μια δυναμική Μπεατρίτσε, που ενώ καταφέρνει να αναστατώσει και να πείσει τους πάντες υποδυόμενη το νεκρό αδερφό της, βγάζει παράλληλα και όλη την ανασφάλεια της γυναίκας που αγαπά και θέλει να βρει ανταπόκριση στο αίσθημά της.
Ο Νϊκος Ορτετζάτος ερμηνεύει τον παράξενο και τσιγκούνη Πανταλόνε, καταφέρνοντας να κλέψει τις εντυπώσεις. Φλερτάρει συνεχώς με την καρικατούρα, αλλά ποτέ δεν ξεπερνά τα όρια, κρατά εξαιρετικά τις ισορροπίες του ρόλου του και σκορπά απλόχερα γέλιο.
Ο Γιάννης Τσεμπερλίδης έπαιξε το Φλορίντο, τον αγαπημένο της Μπεατρίτσε και δημιούργησε έναν άρτιο, γενναίο και γοητευτικό χαρακτήρα που υποστήριξε μέχρι τέλους το πάθος για την αγαπημένη του. Κάποιες στιγμές η ένταση της φωνής του ξέφυγε, αλλά επανήλθε άμεσα στις ερμηνευτικές ισορροπίες του ήρωά του.
Η Στεφανία Ζώρα υποδύθηκε τη γλυκιά Κλαρίσσα, κόρη του Πανταλόνε, που ενώ αγαπά το Σίλβιο εξαναγκάζεται να παντρευτεί άλλον. Τρυφερή, παθιασμένη και με μια ευαίσθητη αθωότητα στο παίξιμό της, ήταν ακριβώς αυτό που υπαγόρευε η ηρωίδα της.
Η Ειρήνη Κυριακού ερμήνευσε τη Σμεραλντίνα, υπηρέτρια του Πανταλόνε και ακόλουθο της Κλαρίσσα. Πονηρή, έξυπνη και με με μπρίο στην ερμηνεία της, άφησε κι αυτή ένα ωραίο αποτύπωμα στην παράσταση με την παρουσία της.
Ο Τίμος Παπαδόπουλος ήταν ένας γενικά άκαπνος Σίλβιο, καθώς ο λόγος του ένιωσα ότι δεν είχε την απαραίτητη ψυχή και το πάθος ενός φουλ ερωτευμένου νεαρού.
Η Άννη Τσολακίδου ήταν μια απολαυστική αχθοφόρος, βγαλμένη λες από χαρακτήρα κόμικ.
Ο Γιώργος Δημητριάδης στο ρόλο του Ντοτόρε, η Λίλα Βλαχοπούλου ως Μπριγκέλα, ο Χρήστος Διαμαντούδης, ο Θανάσης Δισλής, η Γεωργία Κυριαζή, η Φανή Ξενουδάκη και ο Τάσος Ροδοβίτης (και καμαριέρης) ως σερβιτόροι συμπλήρωσαν με το ταλέντο τους τον πολυπληθή θίασο που έδειξε γενικά πολύ καλά δουλεμένος.
Μουσική επί σκηνής έπαιξε ο Αλέξανδρος Ιωάννου, έχοντας σημαντική συμβολή στη ροή της παράστασης.

Το σκηνικό του Γιάννη Κατρανίτσα έδωσε με ευκρίνεια το χωροχρονικό αποτύπωμα της κωμωδίας, χωρίς να φορτώσει υπερβολικά τη σκηνή με άχρηστα αντικείμενα και αφήνοντας τον απαιτούμενο χώρο για τη συνεχή κίνηση των ηθοποιών.
Τα κοστούμια του ίδιου στάθηκαν επίσης πολύ πιστά στο χωροχρονικό πλαίσιο του έργου.
Η μουσική του Αλέξανδρου Ιωάννου συνόδευσε όμορφα το λόγο (αν και σε κάποιες, λίγες ευτυχώς, σκηνές τον σκέπασε), έδωσε τον τόνο στην κίνηση και ακολούθησε το μέτρο της.
Η κίνηση αυτή του Έντγκεν Λάμε ήταν έντονη, συνεχής και η κατάλληλη για να υποστηρίξει την ανήσυχη και γκαφατζίδικη φύση του κεντρικού ήρωα, κρατώντας τους θεατές σε εγρήγορση.
Οι φωτισμοί του Jörg Schuchardt δημιούργησαν ατμόσφαιρα και εστίασαν επιτυχημένα στα καμώματα του Τρουφαλντίνο.
Οι μάσκες της παράστασης είχαν την υπογραφή της Μάρθας Φωκά.

Συμπερασματικά, στη σκηνή της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, είδα μία από τις κλασσικές και πολυπαιγμένες κωμωδίες του Γκολντόνι, αλλά με μία σύγχρονη ματιά που ανανέωσε το κείμενο και την ουσία του. Παρά τις όποιες μικρές αδυναμίες της, η παράσταση είχε αρκετές έξυπνες κωμικές στιγμές, σαφείς και ξεκάθαρους χαρακτήρες, μουσική που συνδυάστηκε σε γενικές γραμμές σωστά με το λόγο και την κίνηση και μια κεφάτη και καλοδουλεμένη ερμηνευτική ομάδα. Έτσι το θέαμα που πρόσφερε στο θεατή κατάφερε να τον παρασύρει στο σύμπαν του Τρουφαλντίνο και της παρέας του.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.