«Η ΔΙΚΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Η ΔΙΚΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 rating 1 vote

          Ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ Κ. εγκλωβίζεται στα πλοκάμια ενός παράλογου και εκδικητικού μηχανισμού εξουσίας. Κατηγορείται για κάποιο έγκλημα, που όπως ισχυρίζεται, δεν διέπραξε και μια ωραία πρωία, δύο άγνωστοι άντρες εισβάλουν στην οικία του για να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν με τις πυτζάμες στον ανακριτή. Καθώς προσπαθεί να κατανοήσει τη φύση της κατηγορίας και να υπερασπιστεί τον εαυτό του, έρχεται αντιμέτωπος με ένα απρόσωπο, ασαφές και απολύτως αυθαίρετο δικαστικό σύστημα. Η πορεία του είναι μια σταδιακή εσωτερική κατάρρευση, μια μετάβαση από την ορθολογική άρνηση στην υπαρξιακή αποδοχή της ενοχής. Ο εφιάλτης έχει μόλις ξεκινήσει για κάτι που δεν γνωρίζει και δεν θα μάθει δυστυχώς ποτέ…
          Διάφοροι άνθρωποι υπόσχονται να τον βοηθήσουν, αλλά στην πορεία τον ξεγελούν. Η παρουσία τους είναι εφιαλτική, παρεμβατικά λεκτική και σωματική. Εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά του, του επιτίθενται, τον προκαλούν, τον αγγίζουν, τον σπρώχνουν, τον χτυπούν και ύστερα αποχωρούν. Ακόμα, και οι γυναικείες παρουσίες είναι λάγνες, ευνουχιστικές και απειλητικές. Σαν φερέφωνα της εξουσίας, μοιάζουν ο καφκικός δικηγόρος, ο καφκικός ζωγράφος και ο καφκικός ιερέας, υφαίνοντας αριστοτεχνικά τον ιστό γύρω του, παρεμποδίζοντας κάθε είδους εξέλιξη. Η δίκη τον βαραίνει σαν δαμόκλειος σπάθη. Ο κόσμος γίνεται προέκταση της δικαστικής αίθουσας. Ο αέρας είναι, πλέον βρόμικος, η ανάσα βγαίνει με δυσκολία. Η αίσθηση ματαιότητας κυριαρχεί. Το μυστήριο δεν θα λυθεί ποτέ και ο θάνατος έρχεται βασανιστικά και αναπόφευκτα.
          Αυτό το αίσθημα πνιγμονής καταλαμβάνει από τα πρώτα λεπτά την παράσταση του Άρη Μπινιάρη. Ένας εφιάλτης γεννιέται επί σκηνής! Ο ήρωας πλανάται ξένος και αποσυνάγωγος, αναζητώντας διέξοδο από τον προσωπικό του λαβύρινθο. Έρχεται αντιμέτωπος με τρομαχτικά πρόσωπα, οι εσωτερικοί του δαίμονες τον βασανίζουν συνεχώς.
          Ο Μπινιάρης στήνει άψογα το καφκικό σύμπαν της «Δίκης», παραμένοντας πιστός στη σκηνοθετική του ταυτότητα. Ο λόγος αποσπάται από τη λειτουργία της αφήγησης και μετατρέπεται σε ρυθμικό υλικό, οργανωμένο μέσω επαναλήψεων, συγχρονισμών και μετρικής ακρίβειας. Ο καφκικός λόγος δημιουργεί την αίσθηση γλωσσικής ασφυξίας, η δράση οργανώνεται σαν μουσική παρτιτούρα, η ένταση παραμένει στα ύψη, ο λόγος των ηθοποιών αποκτά σχεδόν μηχανικό χαρακτήρα και η σκηνοθεσία δεν αφήνει περιθώρια χαλάρωσης στον θεατή.
          Η παράσταση «διαβάζει» το δικαστικό σύστημα, την τέχνη, τη θρησκεία, την οικογένεια ως προέκταση της συνείδησης του ίδιου του Γιόζεφ Κ. Οι χαρακτήρες που περιβάλλουν τον ήρωα λειτουργούν ως φορείς ρόλων και λειτουργιών, ενισχύοντας την αίσθηση της απανθρωποποίησης και αποπροσωποποίησης. Η σκηνοθεσία τονίζει ότι η «δίκη» δεν είναι μόνο νομική, αλλά και υπαρξιακή, καθώς ο ήρωας συνθλίβεται σταδιακά.
          Η καταλυτική μουσική του Τζεφ Βάγγερ είναι οργανικό στοιχείο της συνθήκης και όχι απλό συνοδευτικό μέσο. Σε πλήρη αρμονία με τη σκηνοθετική καθοδήγηση, ο ήχος και ο ρυθμός συγκροτούν το πολυπόθητο ασφυκτικό πλαίσιο: της πίεσης, της καταδίωξης και της απώλειας ελέγχου.
          Η άψογη κινησιολογία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου είναι αυστηρά δομημένη, επαναληπτική, σχεδόν μηχανική, όπου τα σώματα λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένα γρανάζια. Η χορογραφική λογική ενισχύει την απανθρωποποίηση του καφκικού σύμπαντος. Ο Γιόζεφ Κ. προσπαθεί μάταια να διατηρήσει την ατομικότητά του μέσα σε έναν απρόσωπο κόσμο. Ο θίασος λειτουργεί ως σύνολο, με κοινό ρυθμό και κοινή αναπνοή, συγκροτώντας ένα σύγχρονο χορικό διονυσιακό σχήμα.
          Οι άρτιοι φωτισμοί, του Στέφανου Δρουσιώτη, δημιουργούν συνθήκες διαρκούς πίεσης, έκθεσης και επιτήρησης στο ψυχρό σκηνικό μιας κρατικής υπηρεσίας, ενισχύοντας την αποπνικτική ατμόσφαιρα.
          Τα εξαιρετικά κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη με τα ευφυή props (γάντια κουζίνας, σακούλες σκουπιδιών, κάδος σφουγγαρίσματος κτλ) αποφεύγουν κάθε στοιχείο εξατομίκευσης, υπογραμμίζοντας την αίσθηση ότι όλοι είναι αναλώσιμοι μέσα σε ένα απρόσωπο σύστημα.
          Οι ερμηνείες είναι σωματικές, έντονες, απαιτητικές, υποκριτικά πειθαρχημένες σε ένα άψογο καλλιτεχνικό επίτευγμα. Οι ηθοποιοί: Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης δεν παρεκκλίνουν λεπτό από τον ρυθμό τους, λειτουργώντας ως συλλογικό σώμα, άλλοτε απειλητικό, άλλοτε ειρωνικό, πάντα όμως αμείλικτο.
          Στο επίκεντρο της παράστασης ξεχωρίζει η ερμηνεία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου στον ρόλο του «Γιόζεφ Κ». Ο ηθοποιός αποδίδει με σαφήνεια και πειθώ τη σταδιακή μετάβαση του ήρωα από την αυτάρεσκη βεβαιότητα στην υπαρξιακή κατάρρευση. Μέσα από τη φωνή, το βλέμμα και τη σωματική του στάση, πλαστουργεί υποδειγματικά την αμηχανία, τον φόβο και την αδυναμία κατανόησης του παραλόγου που τον περιβάλλει.
          «Η Δίκη» σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη είναι μια εμπειρία υπαρξιακή και άκρως αισθητηριακή. Μία ουσιαστική και θαρραλέα σκηνική πρόταση που πάλλεται, αναπνέει και επιτίθεται ενάντια στο ανθρώπινο χάος, την κοινωνική αποσύνθεση και στη φρίκη που γεννά το αδίστακτο πρόσωπο της εξουσίας.

Ο Γιόζεφ Κ. θα αποχωρήσει μοναχικά «σαν το σκυλί». Από τον εφιάλτη αυτόν δεν θα ξυπνήσει ποτέ.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.