«Η ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΟ ΤΟΓΚΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Δευτέρα, 19/01/2026 00:45
Ο μεσήλικας Χούλιο Τόγκα είναι ο ζωντανός θρύλος της Αργεντινής. Ένας ρηξικέλευθος καλλιτέχνης με αναρχική πολιτική στάση ζωής, ένας ακτιβιστής visual artist, ένας αντισυμβατικός performer που τα «χώνει» σε όλους και δεν «χωράει» πουθενά. Καλείται, τώρα, να εγκαινιάσει το ίδρυμα Σάντσεζ, έναν νέο χώρο Πολιτισμού στη μέση ενός πάρκου στο Μπουένος Άϊρες, το οποίο φιλοδοξεί να γίνει κιβωτός διαλόγου και καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Ο Χούλιο αποδέχεται την πρόσκληση, καθώς το ίδρυμα φαίνεται να του παρέχει όλα τα προνόμια, αλλά δέχεται πυρά από τους νεότερους συνεργάτες του για την συμμετοχή του στον ναό του καπιταλισμού. «Εσύ με ποιανού τα λεφτά θα κάνεις τέχνη;»
Ο Χούλιο αμφιταλαντεύεται με την απόφασή του, μέχρι που του καρφώνεται κάτι «μεγαλειώδες» στο μυαλό και βάζει μπροστά το σχέδιό του…
Το έργο «Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα», δια χειρός Suyako, στο θέατρο Προσκήνιο, δεν είναι απλώς μια θεατρική αφήγηση επανάστασης· είναι μια αιχμηρή πολιτική και ηθική τοποθέτηση πάνω στην ίδια την πράξη της τέχνης. Υπό τη σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Μαγουλιώτη, το έργο αποκτά έναν σύγχρονο παλμό, μετατρέποντας την ιστορία του Χούλιο Τόγκα σε ανοιχτό διάλογο με το σήμερα.
Η παράσταση δεν ενδιαφέρεται να γίνει αρεστή και αυτή είναι η πρώτη της πολιτική πράξη. Σε μια εποχή, όπου το πολιτικό θέατρο συχνά περιορίζεται σε ακίνδυνες διακηρύξεις και επιδοτούμενη αγανάκτηση, η παράσταση επιλέγει να στραφεί εναντίον του ίδιου του μηχανισμού που τη φιλοξενεί.
Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα από τα πιο άβολα και διαχρονικά ερωτήματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας: μπορεί η τέχνη να είναι πραγματικά ελεύθερη, όταν εξαρτάται από την εξουσία που τη χρηματοδοτεί; Η παράσταση δεν χρησιμοποιεί την πολιτική ως σκηνικό φόντο, αλλά ως βασικό δραματουργικό μηχανισμό.
Η ιδιωτική πρωτοβουλία, με τη ρητορική της ανεξαρτησίας και της δημιουργικής αυτονομίας, συνθέτει ένα ασφυκτικό πλαίσιο «ελευθερίας», όπου όλα επιτρέπονται, αρκεί να μην διακυβεύεται τίποτα. Τα μεγάλα ιδιωτικά ιδρύματα και οι εταιρικές χορηγίες εμφανίζονται ως σωτήρες του πολιτισμού και την ίδια στιγμή επιβάλλουν θεματολογικούς και αισθητικούς περιορισμούς. Γιατί η τέχνη οφείλει να είναι «ευγενής», «συμπεριληπτική», «θεσμικά συμβατή». Οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο χαρακτηρίζεται ως «ακραίο», «μη βιώσιμο» ή απλώς «μη χρηματοδοτήσιμο». Έτσι, η τέχνη μετατρέπεται σε προϊόν και ο καλλιτέχνης σε πάροχο περιεχομένου.
Ο Χούλιο Τόγκα ενσαρκώνει τον καλλιτέχνη που καλείται να «χωρέσει» στα κουτάκια της επιλεξιμότητας. Να είναι επίκαιρος, αλλά όχι ενοχλητικός, πολιτικός αλλά όχι συγκρουσιακός, κριτικός αλλά όχι επικίνδυνος. Η εξέγερσή του δεν αφορά μόνο την πολιτική καταπίεση, αλλά και την εσωτερική λογοκρισία που επιβάλλει η εξάρτηση. Η εξουσία δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως ωμή καταστολή· είναι παρούσα ως μηχανισμός «κανονικότητας», ως πλαίσιο μέσα στο οποίο ο καλλιτέχνης μαθαίνει τι επιτρέπεται να ειπωθεί και τι όχι. Το έργο δεν δαιμονοποιεί τη χρηματοδότηση. Απογυμνώνει όμως τις σιωπηλές συμφωνίες που συχνά τη συνοδεύουν. Κι αυτό το καθιστά άβολο και αναγκαίο.
Η σκηνοθετική ανάγνωση του Βασίλη Μαγουλιώτη αρνείται να προσφέρει την παρηγοριά της «αντίστασης από θέση ασφαλείας». Δεν εξωραΐζει την επιλογή της ρήξης. Αντίθετα, αναδεικνύει το τίμημα: την επαγγελματική αβεβαιότητα, τον αποκλεισμό από δίκτυα, την αόρατη μαύρη λίστα που κανείς δεν παραδέχεται ότι υπάρχει, αλλά όλοι γνωρίζουν πώς λειτουργεί. Η παράσταση τολμά να πει αυτό που στον καλλιτεχνικό χώρο συχνά ψιθυρίζεται. Ασφαλώς, τρολάρει και αυτοτρολάρεται, καθώς και ο ίδιος συμμετείχε σε τέτοιους θεσμούς στο παρελθόν.
Η παράσταση είναι μία καλοδουλεμένη μαύρη κωμωδία, με την αρωγή της Εύας Γουλάκου και της Άρτεμης Σγούρου-Δροσοπούλου στο λειτουργικό σκηνικό και του Δημήτρη Κασιμάτη στους υπαινικτικούς φωτισμούς. Η σκηνή λειτουργεί σαν πεδίο σύγκρουσης ιδεών, όπου το σώμα, ο λόγος και η σιωπή έχουν ίσο βάρος. Οι ρυθμοί είναι σφιχτοί, δημιουργώντας μία διαρκή ένταση που δεν αφήνει τον θεατή να αποστασιοποιηθεί. Αντίθετα, τον εκθέτει ως μέρος του ίδιου συστήματος που παράγει και καταναλώνει «ακίνδυνη» πολιτική τέχνη.
Και οι πέντε ηθοποιοί είναι υπέροχοι. Κάθε κίνηση, κάθε παύση μοιάζει με συνειδητή επιλογή, στοιχείο που ενισχύει την αίσθηση συλλογικής δουλειάς και όχι ατομικής προβολής.
Ο Δημήτρης Δρόσος είναι ο καταλληλότερος για τον ρόλο του «Χούλιο Τόγκα» τόσο εμφανισιακά όσο και ερμηνευτικά και με εξαιρετική φωνή. Ο «Οράτιος» του Άρη Μπαλή λειτουργεί σαν το alter ego του. Η Μαρία Αποστολακέα ενσαρκώνει ευθύβολα όλους τους χαρακτήρες που καλείται να υποδυθεί: την ενσυναίσθητη «Άλμα», την ξύλινη διεθύντρια «Ρόζενμπάου» και τον συγκινητικό «πατέρα» του Χούλιο. Η νεαρή Μελίνα Πολυζώνη και ο μουσικός Μικές Γλύκας συμπληρώνουν πειστικά το σκηνικό σύμπαν.
Η Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα δεν ισχυρίζεται ότι στέκεται εκτός συστήματος. Απεναντίας, αναγνωρίζει την εμπλοκή της και για αυτό έχει αξία. Σε μια εποχή όπου η πολιτιστική πολιτική προωθεί τη συναίνεση ως αρετή, η παράσταση επιμένει στη ρήξη ως αναγκαιότητα. Και το κάνει χωρίς διδακτισμό, αλλά με θεατρική ευφυΐα και πολιτική συνείδηση.


