«ΜΑΚΒΕΘ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Δευτέρα, 27/04/2026 22:17
Το έργο «Μάκβεθ», του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές και συναρπαστικές τραγωδίες του παγκόσμιου θεάτρου, ένα έργο που διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή και φωτίζει τις πιο επικίνδυνες πτυχές της φιλοδοξίας. Μέσα σε έναν κόσμο, όπου το υπερφυσικό συναντά την πολιτική ίντριγκα, ο Σαίξπηρ υφαίνει την ιστορία ενός γενναίου πολεμιστή που, παρασυρμένος από προφητείες και προσωπικές επιθυμίες, οδηγείται σταδιακά στην ηθική του κατάρρευση.
Η ιστορία είναι γνωστή: ο Μάκβεθ, ένας γενναίος στρατηγός, παρασύρεται από την προφητεία των μαγισσών και την φιλοδοξία του -ενισχυμένη από τη Λαίδη Μάκβεθ- να καταλάβει τον θρόνο της Σκωτίας. Διαπράττει φόνο, καταλαμβάνει την εξουσία, αλλά σταδιακά βυθίζεται στην παράνοια, την ενοχή και την καταστροφή. Η βία γεννά βία, μέχρι την τελική του πτώση.
Συνειδητοποιούμε ότι η τραγωδία αυτή δεν αφηγείται απλώς την άνοδο και την πτώση, αλλά μελετά την λεπτή γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό, υπενθυμίζοντας ότι ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ανθρώπου είναι ο ίδιος του ο εαυτός.
Η παράσταση «ΜΑΚΒΕΘ» στο Από Μηχανής Θέατρο, σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Εξαρχέα και μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, απομακρύνεται από την παραδοσιακή ελισαβετιανή αισθητική και επιχειρεί μια ωμή, σωματική ανάγνωση της τραγωδίας. Η συγκεκριμένη διασκευή είναι ένα βίαιο «παιχνίδι» ενηλικίωσης τεσσάρων ανδρών, που διερευνά τα ανθρώπινα όρια της ανθρώπινης φύσης και της αρρενωπότητας, συνομιλώντας έντονα με τον σύγχρονο κόσμο. Η εξουσία παρουσιάζεται ως μια διαρκής ανθρώπινη επιθυμία που διαπερνά κάθε εποχή. Οι χαρακτήρες μοιάζουν με «σύγχρονους ανθρώπους σε κρίση», που η ηθική υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη επιβολής. Η απουσία κοστουμιού καθιστά σαφές ότι ο Μάκβεθ θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε σήμερα: ένας πολιτικός, ένας επιχειρηματίας ή ακόμη και ένας απλός άνθρωπος που δοκιμάζεται από τη δύναμη.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Εξαρχέα εστιάζει έντονα στο σώμα και την ενστικτώδη πλευρά του ανθρώπου. Η ημιγυμνότητα των ηθοποιών αφαιρεί κάθε ιστορικό περίβλημα και εκθέτει τους χαρακτήρες σε μια πρωτογενή κατάσταση, όπου κυριαρχούν τα ένστικτα της εξουσίας, της επιβίωσης και της βίας. Οι ηθοποιοί, γυμνοί από τη μέση και πάνω εκθέτουν το σώμα όχι ηρωικά, αλλά ευάλωτα και κάποιες φορές επιδεικτικά. Υπάρχει μία ένταση ανάμεσα στο «ανδρικό σώμα ως δύναμη» και στο «ανδρικό σώμα ως θέαμα». Αυτή η διπλή λειτουργία δημιουργεί μια υπόγεια ερωτική φόρτιση, που δεν δηλώνεται ρητά, αλλά διαχέεται στη σκηνή.
Το σκηνικό της Αγγελικής Βασιλοπούλου Καμπίτση - μία σιδερένια κατασκευή που θυμίζει παιδική χαρά - λειτουργεί ως ισχυρός συμβολισμός. Αφενός παραπέμπει στην αθωότητα και την παιδικότητα και αφετέρου μετατρέπεται σε ένα ψυχρό, μεταλλικό πεδίο σύγκρουσης, οικείο μα απειλητικό. Αυτή η αντίθεση υπογραμμίζει τη μετάβαση από την αθωότητα στη διαφθορά, αλλά και την ιδέα ότι η βία και η εξουσιομανία μπορεί να είναι εγγεγραμμένες βαθύτερα στην ανθρώπινη φύση, ήδη από την παιδική ηλικία.
Οι τρεις μάγισσες σε αυτήν τη σκηνοθεσία ενσωματώνονται στο ίδιο το σύμπαν της παράστασης, σαν μια δύναμη που μοιάζει να προέρχεται από τους ίδιους τους χαρακτήρες. Η σωματική τους παρουσία, σε απόλυτη συνάφεια με την αισθητική της ημιγυμνότητας, τις κάνει να μοιάζουν ούτε πλήρως ανθρώπινες ούτε εντελώς μεταφυσικές. Στο σκηνικό της «παιδικής χαράς», οι μάγισσες μοιάζουν με παιδιά που παίζουν ένα σκοτεινό παιχνίδι εξουσίας. Αυτό δημιουργεί μία ανατριχιαστική αντίθεση, αφού η αθωότητα του παιχνιδιού μετατρέπεται σε μηχανισμό πρόκλησης βίας και καταστροφής. Δεν είναι τόσο ότι προβλέπουν το μέλλον, όσο ότι αποκαλύπτουν αυτό που ήδη υπάρχει μέσα στους ανθρώπους.
Η φράση «άνδρας είναι…» αποτελεί έναν από τους βασικούς ιδεολογικούς άξονες του έργου. Συγκεκριμένα, η Λαίδη Μάκβεθ χρησιμοποιεί την ιδέα του «ανδρισμού» ως εργαλείο χειραγώγησης: προκαλεί τον Μάκβεθ, αμφισβητεί το θάρρος του και ουσιαστικά του υποβάλλει ότι για να αποδείξει πως είναι «πραγματικός άνδρας» πρέπει να προχωρήσει στη δολοφονία. Έτσι, η έννοια του ανδρισμού διαστρεβλώνεται και ταυτίζεται με τη βία, την τόλμη χωρίς ηθικούς φραγμούς και την επιβολή. Ωστόσο, το ίδιο το έργο ανατρέπει αυτή τη λογική. Ο Μάκβεθ, όσο περισσότερο προσπαθεί να αποδείξει τον «ανδρισμό» του μέσα από εγκλήματα, τόσο περισσότερο χάνει τον έλεγχο, την ταυτότητά του και τελικά την ανθρωπιά του. Αντίθετα, προβάλλεται έμμεσα μια άλλη μορφή δύναμης: η αυτοσυγκράτηση, η ηθική και η συνείδηση.
Οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου και η μουσική του Φάνη Ζαχόπουλου δημιουργούν μία ατμόσφαιρα, όπου η πραγματικότητα και οι εσωτερικοί φόβοι μπλέκονται. Η Μυρτώ Γράψα καθοδηγεί κινησιολογικά τους ηθοποιούς.
Συνολικά, οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από συνοχή και ένταση, υπηρετώντας τη σκοτεινή αισθητική του έργου, με μόνη ένσταση την παρουσία του Θανάση Ζερίτη, που θεωρώ ότι δεν «κουμπώνει» με τους άλλους τρεις ηθοποιούς στην εν λόγω συνθήκη, τόσο φυσιογνωμικά όσο και ερμηνευτικά.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου αποδίδει έναν «Μάκβεθ» εσωτερικό, που σταδιακά καταρρέει από την ανασφάλεια, την παράνοια και την ενοχή.
Η επιλογή του Άρη Μπαλή ως «Λαίδης Μάκβεθ» είναι από τις πιο αιχμηρές κινήσεις της παράστασης, δημιουργώντας αντιστροφή των έμφυλων στερεοτύπων.
Ο Βαγγέλης Αμπατζής λειτουργεί ως αντίβαρο ή ως φορέας της βίας που διατρέχει το έργο.
Τελικά, τι είναι άνδρας; Αυτός που επιβάλλεται, που κυριαρχεί, που κατακτά με τη βία ή εκείνος που μπορεί να σταθεί απέναντι στις επιθυμίες του και να μην τις αφήσει να τον καταστρέψουν; Σε έναν κόσμο, όπου η φιλοδοξία συγχέεται με τη δύναμη, η παράσταση αποκαλύπτει πως το αληθινό μέτρο του ανθρώπου δεν βρίσκεται στις πράξεις εξουσίας, αλλά στα όρια που θέτει στον εαυτό του.


