«ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤA ΑΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΟΥΝ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Πέμπτη, 15/01/2026 10:54
Παρακολουθώντας τη θεατρική μεταφορά του εμβληματικού έργου του Horace McCoy «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» στο Θέατρο Εν Αθήναις, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά, ένιωσα από τα πρώτα λεπτά πως δεν πρόκειται για μία εύκολη θεατρική εμπειρία. Η αίσθηση της πίεσης και της εξάντλησης ήταν διαρκής και μεταφερόταν έντονα από τη σκηνή στην πλατεία, κάνοντάς με να αισθάνομαι σχεδόν συμμέτοχη στον αγώνα των χαρακτήρων. Ένιωθα πως η παράσταση με ανάγκαζε να παρακολουθήσω χωρίς να μπορώ να «αποδράσω», όπως ακριβώς και οι ήρωες δεν μπορούν να φύγουν από τον διαγωνισμό.
Το μυθιστόρημα του Horace McCoy αποτελεί ένα από τα πιο σκληρά και απαισιόδοξα έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Γραμμένο το 1935, την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης του μεσοπολέμου, με αντίστοιχες επιπτώσεις στο γκρέμισμα, την καταρράκωση των ηθικών αξιών, θαρρείς ότι απηχεί σημερινές θέσεις και καταστάσεις. Το οικονομικό αυτό "κραχ" της Αμερικής, είχε -τότε- τον μεγαλύτερο αντίκτυπό του στις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις και ιδιαίτερα, στους νέους. Τους νέους, που δεν άργησαν να γίνουν αντικείμενα της πιο αισχρής εκμετάλλευσης από διάφορους αδίστακτους ανθρώπους.
Μέσα από την ιστορία ενός μαραθώνιου χορού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, ο συγγραφέας σκιαγραφεί έναν κόσμο, όπου η ανθρώπινη ζωή μετριέται με όρους αντοχής, χρησιμότητας και θεάματος.
Η πλοκή εκτυλίσσεται γύρω από έναν εξαντλητικό διαγωνισμό χορού, στον οποίο οι συμμετέχοντες ελπίζουν σε χρηματική ανταμοιβή και, κυρίως, σε μια διέξοδο από τη φτώχεια και την απόγνωση. Σταδιακά, όμως, ο διαγωνισμός μετατρέπεται σε μια διαδικασία σωματικής και ψυχικής φθοράς, όπου η ελπίδα αντικαθίσταται από την επιβίωση.
Η παράσταση λειτουργεί ως ένα σκληρό, σχεδόν αμείλικτο σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη αντοχή, την κοινωνική εκμετάλλευση και την ψευδαίσθηση της ελπίδας. Δεν επιδιώκει να συγκινήσει εύκολα· αντιθέτως, εγκλωβίζει τον θεατή σε έναν κόσμο εξάντλησης και διαρκούς αγώνα, όπου το θέαμα γίνεται ένας αμείλικτος μηχανισμός επιβίωσης.
Ο Δημήτρης Καρατζιάς, με την αρωγή του Μάνου Αντωνιάδη στη διασκευή του κειμένου, επιλέγει μία σκηνοθεσία υψηλής έντασης, όπου ο ρυθμός είναι αδιάκοπος και καταπιεστικός. Προσεγγίζει το έργο του Horace McCoy με ωμό ρεαλισμό και έντονη κοινωνική ματιά, μετατρέποντας τη σκηνή σε έναν κλειστοφοβικό χώρο διαρκούς δοκιμασίας. Η παράσταση δεν αφηγείται απλώς έναν διαγωνισμό, αλλά μία ιστορία επιβίωσης, σκιαγραφώντας αδρά τον μηχανισμό μιας αδηφάγας κοινωνίας που διψά για αίμα, που λαμβάνει τον πόνο ως ψυχαγωγία και που τελικά συνθλίβει την ανθρώπινη οντότητα. Οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις και η σωματική καταπόνηση των ηθοποιών δεν αφήνουν περιθώριο για χαλάρωση.
Οι συμμετέχοντες δεν αγωνίζονται μόνο για τη νίκη, αλλά για το δικαίωμα να παραμείνουν «ορατοί» και «χρήσιμοι». Ο τίτλος του έργου αποκτά ανατριχιαστική επικαιρότητα, καθώς θέτει το ερώτημα της αξίας της ανθρώπινης ζωής σε έναν κόσμο που μετρά την αντοχή και όχι την αξιοπρέπεια.
Οι ερμηνείες αποτελούν έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της συνθήκης. Το σύνολο του πολυπληθούς θιάσου (Νίκος Ιωαννίδης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη, Δήμητρα Κολλά, Νικόλας Μπράβος, Στέφανος Κακαβούλης, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Αντώνης Αντωνίου, Θάνος Κρομμύδας, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή, Παρασκευή Αλίρη και Γιάννα Σταυράκη) λειτουργεί ως συλλογικό σώμα, όπου η ατομικότητα σταδιακά διαλύεται μέσα στην κοινή εξάντληση. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι αποδίδουν πειστικά την συναισθηματική φθορά και την απώλεια της αξιοπρέπειας. Ιδιαίτερα έντονη είναι η σωματικότητα των ερμηνειών (κίνηση Ναταλίας Βαγενά), που καθιστά την εξάντληση σχεδόν απτή. Το ανθρώπινο σώμα γίνεται ο καμβάς, όπου εγγράφεται η κοινωνική βία. Οι χαρακτήρες δεν εξιδανικεύονται. Είναι κουρασμένοι, φοβισμένοι, συχνά σκληροί μεταξύ τους. Δεν παρουσιάζονται ως ήρωες, αλλά ως άνθρωποι που έχουν φτάσει στα όριά τους. Ιδιαίτερα οι γυναικείοι χαρακτήρες αποτυπώνουν την οικονομική και κοινωνική καταπίεση της εποχής. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια φθείρεται σταδιακά και αμείλικτα.
Το λιτό αλλά λειτουργικό σκηνικό του Γιώργου Λυντζέρη ενισχύει την αίσθηση ότι οι ήρωες μοιάζουν με αναλώσιμα αντικείμενα, εκτεθειμένα σε μια αρένα κοινωνικής φθοράς. Ενδεικτικά και τα κοστούμια του, φωτογραφίζουν το κλίμα της εποχής.
Οι ψυχρές φωτιστικές εναλλαγές των Βαγγέλης Μούντριχα - Σεμίνας Παπαλεξανδροπούλου τονίζουν αυτή την αίσθηση επιτήρησης, κάνοντας τους χαρακτήρες να μοιάζουν συνεχώς υπό κρίση, ενώ οι στιγμές χαμηλού φωτισμού δημιουργούν ρωγμές εσωτερικότητας και ανθρώπινης ευαλωτότητας.
Η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, ο οποίος έγραψε και τους πρωτότυπους στίχους των τραγουδιών, λειτουργεί αντιστικτικά, υπογραμμίζοντας τη μετατροπή της ανθρώπινης προσπάθειας σε προϊόν θεάματος.
Ένας μαραθώνιος χορού 52 ημερών μέχρι τελικής πτώσης, δώδεκα συμμετέχοντες, ένας σαδιστής παρουσιαστής με το επιτελείο του, ένα χρηματικό έπαθλο, ευτελείς χορηγίες, εφτά δωρεάν γεύματα την ημέρα. Eίναι αρκετά, άραγε, για να βιώσει κάποιος τον απόλυτο κανιβαλισμό; Το «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν» του Horace McCoy, ενορχηστρωμένο στον πόντο από τον Δημήτρη Καρατζιά δεν εξωραΐζει τον πόνο και τον εξευτελισμό· αντίθετα, τα εκθέτει σε ένα πολύ απαιτητικό θέαμα...

