«ΤΖΕΝΗ ΤΖΕΝΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΤΖΕΝΗ ΤΖΕΝΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που δεν επιστρέφουν ποτέ αθώες. Όταν ξανασυναντάς τη θρυλική «Τζένη», δεν ακούς μόνο τα γέλια μιας παλιάς ελληνικής κωμωδίας, αλλά και τον θόρυβο μιας χώρας που γέρασε, κοιτώντας τις ίδιες εικόνες ξανά και ξανά. Ο Νίκος Καραθάνος δεν ανεβάζει απλώς ένα αγαπημένο έργο του ελληνικού κινηματογράφου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, αλλά μια τελετή πένθους για την ίδια την ιδέα της ελληνικής αθωότητας. Είναι σαν να ανοίγει ένα παλιό θερινό σινεμά μετά από χρόνια εγκατάλειψης κι αφήνει τη σκόνη, τη μουσική, τα φώτα και τα φαντάσματα να βγουν ξανά στη σκηνή.

Η παράστασή του δεν νοσταλγεί ακριβώς το παρελθόν. Το κοιτάζει με τρυφερότητα αλλά και με μια πικρή επίγνωση ότι τίποτα δεν επιστρέφει όπως ήταν. Οι ήρωες μοιάζουν να περπατούν μέσα σε μια ανάμνηση που ξεθωριάζει όσο την αγγίζεις. Κι εκεί, ανάμεσα στο γέλιο και τη μελαγχολία, στην ποπ λάμψη και τη σιωπηλή φθορά, γεννιέται μία συνθήκη που δεν ζητά απλώς να θυμηθείς, αλλά να αναρωτηθείς τι ακριβώς είναι αυτό που πενθείς όταν κοιτάς πίσω.

Η θρυλική ταινία «Τζένη Τζένη» των Κώστα Πρετεντέρη και Ασημάκη Γιαλαμά κουβαλούσε ρυθμό, λαϊκή ευφυΐα, κοινωνική αφέλεια, πολιτική σάτιρα μεταμφιεσμένη σε ρομαντική φάρσα και μια αδιόρατη αισιοδοξία ότι στο τέλος, όσο γελοίοι κι αν είναι οι μηχανισμοί εξουσίας, η ζωή θα νικήσει. Ο Καραθάνος παίρνει αυτό το υλικό και το στραγγίζει από τη χαρά του. Το μετατρέπει σε φάντασμα, σε ανάμνηση. Σε ένα «ηλιόλουστο ρέκβιεμ», όπως χαρακτηρίστηκε και από την ίδια την παραγωγή.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν μιλά για την παλιά Ελλάδα, αλλά για την αδυναμία μας να πιστέψουμε ξανά σε συλλογικούς μύθους. Η «Τζένη» εδώ γίνεται το σύμβολο μιας χώρας, που κοιτάζει αδιάκοπα προς τα πίσω επειδή φοβάται ότι μπροστά δεν υπάρχει τίποτα εξίσου φωτεινό. Οι ήρωες είναι εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην αθανασία της εικόνας και στη φθορά της πραγματικότητας. Γι’ αυτό και το μοτίβο των «φαντασμάτων» επανέρχεται συνεχώς στις περιγραφές της παράστασης (ευφυής η παρουσία του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, ένας τύπος εξουσίας, λαϊκής σοφίας αλλά και καρικατούρας της παλιάς Ελλάδας που στοιχειώνει τη σκηνή). Και σε αυτό το σημείο κρύβεται όλη η ουσία της. Ότι ο ελληνικός κινηματογράφος των 60s δεν «πέθανε» επειδή γέρασε, αλλά επειδή εμείς χάσαμε την ικανότητα να χαμογελάμε χωρίς ενοχές.

Οπτικά, η παράσταση είναι σχεδόν υπνωτική. Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη θυμίζει απομεινάρι θερινού σινεμά, χωρισμένο σε εμβληματικές ζώνες: το ταπεινό νησιώτικο σπίτι του «Σκουταρέικου», το κατακόκκινο αστικό σαλόνι του «Κασσανδρέικου» και μια σκηνική ατμόσφαιρα γεμάτη αέρα, θαλάσσια αύρα και ασπρόμαυρο φως ελληνικού καλοκαιριού. Φωτογραφίες των πρωταγωνιστών του ελληνικού κινηματογράφου, δύο λογότυπα της Φίνος Φιλμ, μία λευκή κουρτίνα, παρατεταγμένες συσκευές τηλεοράσεων, ένα λευκό μετακινούμενο εκκλησάκι, το γαμήλιο κρεβάτι, κινέζικα ολογράμματα και κρεμαστά κινέζικα φαναράκια συμπληρώνουν το ντεκόρ, το οποίο δεν είναι ρεαλιστική αναπαράσταση, αλλά μια ανακατασκευή μνήμης, που λιώνει κάτω από τον προβολέα. Η σκηνή δεν αναπαριστά την Ελλάδα των 60s, αλλά το πώς θυμόμαστε ότι τη θυμόμαστε.

Η σκηνοθεσία του Καραθάνου, στην εύστοχη διασκευή και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Αποσκίτη, λειτουργεί σαν ποιητική αποσύνθεση, μπλέκοντας κωμικά στοιχεία με ονειρικές και σχεδόν σουρεαλιστικές εικόνες. Εκεί που άλλοι θα κυνηγούσαν τη νοσταλγία, αυτός κυνηγά την αποσύνθεση της νοσταλγίας. Το αποτέλεσμα είναι πιο αλλόκοτο και ζωντανό με τον θίασο να περιφέρεται μέσα σε ένα μεταφυσικό backstage του ελληνικού κινηματογράφου. Για κάποιους αυτό θα φανεί μεγαλοφυές. Για άλλους, αφόρητα αυτάρεσκο. Και οι δύο θα έχουν δίκιο.

Οι ερμηνείες του θιάσου κινούνται ακριβώς πάνω σε αυτό το λεπτό σύνορο και είναι εξαιρετικές.

Ο Νίκος Καραθάνος ενδύεται τον «Κοσμά Σκούταρη» με τη χαρακτηριστική του εύθραυστη θεατρικότητα, σαν άνθρωπος που βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στο χιούμορ και τη μελαγχολία. Κάθε του κίνηση μοιάζει να κουβαλά τη φθορά μιας ολόκληρης εποχής, την παλιά πολιτική μαγκιά, τη λαϊκή εξυπνάδα, αλλά και τη θλίψη ενός κόσμου που ξέρει ότι τελειώνει. Ο ηθοποιός δεν τον σατιρίζει, αλλά τον κοιτά με τρυφερότητα, σχεδόν με οίκτο.

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη στον ρόλο της «Τζένης Σκούταρη», ίσως σηκώνει το πιο δύσκολο βάρος, να υπάρξει στη σκηνή χωρίς να συνθλιβεί από τη σκιά της Τζένης Καρέζη. Δεν προσπαθεί να τη μιμηθεί, ευτυχώς. Αποδίδει την ηρωίδα της με νεύρο, ένταση και συναισθηματικές μεταπτώσεις, ισορροπώντας ανάμεσα στη δυναμικότητα και την ευαισθησία.

Ο Χρήστος Λούλης, ως «Νίκος Μαντάς», κινείται πιο γήινα και κινηματογραφικά, προσφέροντας ισορροπία απέναντι στους πιο υπερβολικούς χαρακτήρες.

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου σκιαγραφεί τη θεία «Ματίνα Σκούταρη» με σουρεαλιστική κωμικότητα και χαρακτηριστική σκηνική ιδιορρυθμία. «Το μεγάλο μυστικό μου» που τραγουδάει είναι από τις πιο ωραίες στιγμές.

Ο Κώστας Μπερικόπουλος ερμηνεύει τον εφοπλιστή «Μίλτο Κασανδρή» με λαϊκότητα και αυθεντικό κωμικό timing.

Η Χάρις Αλεξίου, ως «Ντιάνα Κασανδρή», διαθέτει σκηνική αρχοντιά και ήρεμη δύναμη, με παρουσία που δίνει κύρος και συγκίνηση στις σκηνές της.

Ο ρόλος της γοητευτικής Αμερικάνας «Υβόννης Καρίπη» ταιριάζει γάντι στη Ζέτα Μακρυπούλια, η οποία διαθέτει ομορφιά και χάρη.

Η Ιωάννα Μαυρέα, ως δολοπλόκα «Κλάρα Καρίπη», λειτουργεί υποστηρικτικά αλλά εύστοχα κωμικά, συμπληρώνοντας ιδανικά το «θανάσιμο» δίδυμο μάνας-κόρης.

Ο Γιάννης Κότσιφας εμφυσά λαϊκή κωμική ενέργεια στους πολλαπλούς του ρόλους.

Ο Αλέξανδρος Σκουρλέτης δημιουργεί απολαυστικούς κωμικούς τύπους και η Ιωάννα Μπιτούνη στον ρόλο της «υπηρέτριας Σοφίας» είναι ο αθόρυβος πυρήνας του σπιτιού.

Η ζωντανή μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου με την τετραμελή ορχήστρα επί σκηνής δίνει παλμό στις σκηνές, χτίζει ατμόσφαιρες και μετατρέπει την παράσταση σε κάτι ανάμεσα σε λαϊκή γιορτή, κινηματογραφική ανάμνηση και τελετουργία.

Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου συμβάλλουν ουσιαστικά στη μετατροπή της σκηνής σε «θέατρο σκιών» γεμάτο μνήμη, ποίηση και κινηματογραφική νοσταλγία.

Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη συνδυάζουν στοιχεία παλιάς ελληνικής κινηματογραφικής κομψότητας με πιο σύγχρονες πινελιές.

Η κίνηση της Αμαλίας Μπένετ φέρνει κάτι πιο σκοτεινό και σχεδόν διονυσιακό. Οι ηθοποιοί μοιάζουν, ανά στιγμές, με χορό αρχαίας τραγωδίας, που βρίσκεται στα όρια της έκστασης και της κατάρρευσης. Η επαναληπτικότητα των κινήσεων ενισχύει τη σάτιρα και δίνει στις σκηνές μια χορογραφημένη, σχεδόν ποιητική ενέργεια. Οι ρυθμικοί χτύποι από καρέκλες, τραπέζια ή άλλα σκηνικά αντικείμενα δημιουργούν παλμό, ένταση και αίσθηση λαϊκού δρώμενου, θυμίζοντας στιγμές πανηγυριού, διαμαρτυρίας ή συλλογικής γιορτής.

Ο Νίκος Καραθάνος πήρε μια αγαπημένη ιστορία του ελληνικού σινεμά και της ψιθύρισε πως τίποτα δεν μένει ίδιο, ούτε εμείς. Αν παραδοθείς στον ρυθμό της, μπορεί να σε διαλύσει. Αν όχι, μπορεί να σου φανεί ένα μνημόσυνο με υπερβολική αυτοσυνείδηση. Αλλά ακόμη και στις αδυναμίες της, αυτή η «Τζένη» δεν φοβάται να είναι θλιμμένη μέσα σε μια εποχή που απαιτεί από την τέχνη να είναι εύκολη, γρήγορη και «content-friendly». Αυτά τα έργα αποδεικνύονται διαχρονικά, γιατί η Ελλάδα μπορεί να αλλάζει, αλλά πάντα θα βρίσκει τρόπο να κάνει το δράμα λίγο κωμωδία και την κωμωδία λίγο δράμα. Η παράσταση μάς αποζημίωσε και με το παραπάνω!


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.