«KILLING GODOT» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τρίτη, 10/02/2026 23:42
Εβδομήντα χρόνια παγιδευμένοι στους ίδιους ρόλους, χωρίς παύση, χωρίς αναπνοή. Επαναλαμβανόμενες κινήσεις, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, άνευ νοήματος. Μικροί εγκλεισμοί, συναισθηματικά κενά. H ζωή τους είναι το θέατρο και το θέατρο η ζωή τους. Ζουν περιμένοντας κάτι. Τι όμως; Κανένας δεν ξέρει και κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτό που δεν έρχεται.
Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και ο Νίκος Καμτσής ενσαρκώνουν τους Εστραγκόν και Βλαντιμίρ εβδομήντα χρόνια μετά, σε μια ποιητική αλληγορία για το θέατρο, τον χρόνο και την ύπαρξη.
Ο Νίκολας Καζάν υπογράφει ένα πρωτόπαιχτο έργο, που κινείται ανάμεσα στη φιλοσοφική σάτιρα και την υπαρξιακή αγωνία. Το «Killing Godot» επιχειρεί έναν συνειδητά τολμηρό διάλογο με το μπεκετικό σύμπαν, όχι ως φόρο τιμής, αλλά σαν πράξη ρήξης. Δεν πρόκειται για μια απλή παραλλαγή του εμβληματικού «Περιμένοντας τον Γκοντό», αλλά για μια μεταθεατρική αναμέτρηση με τον ίδιο τον μύθο του Γκοντό και, κατ’ επέκταση, με την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να σκοτώσει τις βεβαιότητες που τον κρατούν σε αναμονή.
Το κείμενο, μεστό σε νοήματα και διανθισμένο με τρυφερότητα και υποδόριο χιούμορ, δεν αντικαθιστά τον Μπέκετ, αλλά παίρνει την σκυτάλη μετά από αυτόν. Ο συγγραφέας μιλάει για την ανθρώπινη αγωνία νοήματος στη ζωή, για την ελπίδα και τη ματαιότητα της αναμονής.
Εκεί, όπου ο Μπέκετ αποδέχεται την ακινησία ως συνθήκη του ανθρώπου, το «Killing Godot» τη θεωρεί επιλογή, που μπορεί και πρέπει να ανατραπεί. Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», η απουσία είναι γόνιμη και λειτουργεί ως μεταφυσικό άλλοθι για την ελπίδα. Εδώ, η απουσία γίνεται ασφυκτική, η ελπίδα παύει να είναι σωτήρια και μετατρέπεται σε εμπόδιο. Οι ήρωες συνειδητοποιούν ότι ο Γκοντό είναι μια κατασκευή που τους κρατά ακίνητους στον χρόνο. Και για αυτό, πρέπει να «πεθάνει» για να μπορέσουν να κινηθούν, να πράξουν, να υπάρξουν χωρίς αυταπάτες. Δεν πρόκειται για κυνισμό, αλλά για μια πράξη ωριμότητας, μια τελετουργία αποχαιρετισμού. Η υπαρξιακή ματαιότητα γίνεται καύσιμο για δημιουργία.
Το ευφυές στη συνθήκη είναι ότι ο ίδιος ο Μπέκετ είναι παρών, ενεργός και ζωντανός συνομιλητής με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης (AI) και όχι απλώς μύθος.
Επίσης, η εμφάνιση της «Γυναίκας» ταράζει την ηρεμία τους και τους μπερδεύει. Γνωρίζουν ότι στο έργο που παίζουν τόσα χρόνια, δεν υπάρχει γυναικείος ρόλος. Ή μήπως υπάρχει και δεν το ξέρουν;
Η σκηνοθεσία του Νίκου Καμτσή αποφεύγει τον μιμητισμό του μπεκετικού ύφους και αναζητά μια πιο σύγχρονη, νευρώδη θεατρική γλώσσα. Δεν φοβάται τη σιωπή, τουναντίον τη χρησιμοποιεί ως υποδήλωση αμηχανίας και αβεβαιότητας, όπου οι χαρακτήρες μοιάζουν να χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, ακριβώς τη στιγμή που ο Γκοντό παύει να λειτουργεί ως σωσίβια λέμβος.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η χημεία των δύο ηθοποιών επί σκηνής. Ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και ο Νίκος Καμτσής είναι δύο αλληλεξαρτώμενοι συνοδοιπόροι, όπου η αναμονή έχει γίνει βίωμα και τρόπος ύπαρξης. Οι μεταξύ τους παύσεις, οι αμήχανες σιωπές και οι στιγμές επικοινωνίας κάνουν το υπαρξιακό διακύβευμα απτό και ανθρώπινο.
Η Ναταλία Φλουρή, φωτεινή παρουσία, συμπληρώνει το καστ με μπρίο, ομορφιά και μυστήριο.
Η ωραία σκηνογραφία και τα λειτουργικά κοστούμια της Μίκας Πανάγου, οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί των Άγγελου Χότζα και Νίκου Καμτσή, η ενδεικτική μουσική του Gothany Bay και οι χρηστικές κατασκευές της Ιωάννας Καραγιώργου συμβάλλουν στο άρτιο αποτέλεσμα.
Το «Κilling Godot» είναι μια τίμια και θαρραλέα απόπειρα να μιλήσει για το σήμερα, σκοτώνοντας, συμβολικά, τους θεούς που δεν μας εξυπηρετούν πια.


