«SLEEPING FIRES» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«SLEEPING FIRES» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Αν επιχειρήσει κανείς να περιγράψει το «Sleeping Fires» του Kurō Tanino μόνο μέσα από την πλοκή του, θα χάσει την ουσία του. Το έργο δεν κατοικεί στα γεγονότα, αλλά στις σιωπές, στα αγγίγματα, στις ανάσες.
          Ο τίτλος, «Sleeping Fires» («Κοιμισμένες Φωτιές»), κρύβει ήδη το κλειδί της παράστασης. Η φωτιά δεν είναι εδώ η φλόγα που κατακαίει, αλλά η θερμότητα που επιμένει κάτω από τη στάχτη. Είναι η μνήμη που δεν σβήνει, ο έρωτας που δεν ομολογήθηκε, ο πόνος που δεν βρήκε λέξεις, η επιθυμία που συνεχίζει να αναπνέει ακόμη και όταν όλα μοιάζουν ακίνητα. Οι φωτιές κοιμούνται, δεν πεθαίνουν. Σιγοκαίνε, διατηρώντας ζωντανή την ανάγκη για συνάντηση, φροντίδα και συνύπαρξη.
          Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Kurō Tanino μας προτείνει έναν κόσμο, όπου η όραση δεν είναι η κυρίαρχη αίσθηση. Σε μια εποχή που καταναλώνει εικόνες με αδηφαγία, εκείνος επιλέγει να αφαιρέσει το βλέμμα από το κέντρο της εμπειρίας. Η αφή γίνεται γλώσσα. Τα χέρια αποκτούν τη σοφία που έχουν χάσει τα μάτια. Δεν αγγίζουν μόνο σώματα αλλά ψηλαφούν μνήμες, αναγνωρίζουν τραύματα, αφουγκράζονται τη μοναξιά.
          Η παράσταση εμπνέεται από την ιστορική πραγματικότητα των τυφλών θεραπευτριών μασάζ στην Ιαπωνία, φωτίζοντας έναν κόσμο γυναικών που έμειναν αόρατες ακόμη και μέσα στις κοινότητες των ανθρώπων με αναπηρία. Μέσα από αυτή την αφετηρία, όμως, ο Tanino δεν δημιουργεί ένα κοινωνικό δράμα. Δημιουργεί μια ποιητική αλληγορία για την ανθρώπινη ανάγκη επαφής.
          Η Ίκου, τυφλή εκ γενετής, ζει απομονωμένη στα βουνά του Έντο της Ιαπωνίας μαζί με τον σύντροφό της, Μανκίτσι. Τα χέρια της διαβάζουν ανθρώπους όπως άλλοι διαβάζουν βιβλία. Μέσα από την αφή αναγνωρίζει τη λύπη, τον φόβο, την επιθυμία, τον πόνο, την οργή. Η άφιξη της νεαρής Σάγιο, μαθήτριας στην τέχνη του μασάζ, διαταράσσει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Ανάμεσα στις δύο γυναίκες αναπτύσσεται μια σχέση που υπερβαίνει τη διδασκαλία. Γίνεται εξομολόγηση, μητρική στοργή, ερωτική ένταση, ανταγωνισμός, κοινή μνήμη.
          Στην παράσταση, το ανθρώπινο σώμα μοιάζει με δάσος γεμάτο αόρατα μονοπάτια. Η χειροπρακτική αποκτά σχεδόν τελετουργική διάσταση. Η αφή γίνεται τρόπος γνώσης. Ο ήχος γίνεται προσανατολισμός. Η μυρωδιά γίνεται μνήμη. Το σώμα γίνεται αρχείο.
          Οι τυφλές θεραπεύτριες διαβάζουν το σώμα αργά, με σεβασμό, γνωρίζοντας ότι κάθε ουλή είναι μια ιστορία και κάθε μυϊκή ένταση μια μνήμη που αρνείται να εγκαταλείψει τον άνθρωπο.
          Η μεγαλύτερη δύναμη του έργου βρίσκεται στον τρόπο που η σκηνοθεσία ανατρέπει την κυριαρχία της όρασης. Η τύφλωση δεν παρουσιάζεται ως έλλειψη. Απεναντίας, οι βλέποντες μοιάζουν τελικά εκείνοι που αδυνατούν να αντιληφθούν την ουσία των πραγμάτων. Οι ηρωίδες του Tanino, στερημένες από το φως, είναι οι μόνες που γνωρίζουν πραγματικά το ανθρώπινο σώμα. Τα χέρια τους έχουν αποθηκεύσει όσα τα μάτια των άλλων δεν είδαν ποτέ. Κάθε άγγιγμα γίνεται γνώση και κάθε γνώση δύναμη. Και ο χειμώνας που τις περιβάλλει δεν είναι απλώς εποχή, αλλά η εσωτερική τους κατάσταση. Οι «κοιμισμένες φωτιές» του τίτλου είναι όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
          Στην επιφάνεια, το Sleeping Fires φαντάζει σαν μια απλοϊκή ιστορία μαθητείας. Στο βάθος της, όμως, κυλάει μια ιστορία εκδίκησης. Όχι της εκδίκησης που αναζητά αίμα, αλλά εκείνης που γεννιέται από δεκαετίες σιωπής. Οι γυναίκες του έργου κουβαλούν πάνω τους τη βία μιας κοινωνίας που τις έμαθε να υπηρετούν, να θεραπεύουν, να ανακουφίζουν τους άλλους, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζει τον δικό τους πόνο. Η εκδίκηση, λοιπόν, είναι η επιστροφή της μνήμης, που λειτουργεί ως υπόγειο ρεύμα. Κι αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της δραματουργίας. Ότι μιλάει για μια ηθική και υπαρξιακή εκδίκηση, που αφορά όχι μόνο τα πρόσωπα της ιστορίας, αλλά και μια κοινωνία η οποία, βλέποντας, δεν κατάφερε ποτέ πραγματικά να δει.
          Η σκηνοθετική προσέγγιση του Tanino είναι υποδειγματικά λιτή και βαθιά αισθησιακή. Δεν πιέζει το συναίσθημα, το αφήνει να αναδυθεί αργά, όπως μια ανάσα μέσα στο σκοτάδι. Οι αργοί ρυθμοί επιτρέπουν στον θεατή να εγκαταλείψει την κυριαρχία της πλοκής και να εισέλθει σε μια εμπειρία αισθήσεων.
          Η παρουσία ηθοποιών με οπτική αναπηρία ενσωματώνεται οργανικά στη δραματουργία. Οι ερμηνείες χαρακτηρίζονται από αξιοσημείωτη εσωτερικότητα. Οι ηθοποιοί (Susumu Ogata, Ineko Kawai, Takao Shibata, Rio Sekiba, Natsue Hyakumoto) εκφράζουν συναισθήματα μέσα από μικρές κινήσεις, αλλαγές στην αναπνοή, ανεπαίσθητες μετατοπίσεις του σώματος.
          Η Ίκου γίνεται το σταθερό κέντρο βάρους της παράστασης: μια γυναίκα εύθραυστη αλλά ταυτόχρονα βαθιά αυτάρκης. Η σχέση της με τη Σάγιο χτίζεται σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι που η συναισθηματική ένταση αποκτά μεγαλύτερη δύναμη από οποιαδήποτε εξωτερική δράση.
          Το σκηνικό του Michiko Inada, τα κοστούμια του Mariko Tomoyoshi, η μουσική του Yu Okuda και οι φωτισμοί του Masayuki Abe «συνομιλούν» ιδανικά με τη σκηνοθεσία.
          Στο τέλος, ο θεατής συνειδητοποιεί ότι δεν παρακολούθησε την τιμωρία κάποιου ενόχου. Παρακολούθησε τη μεταμόρφωση του πόνου σε δύναμη. Η εκδίκηση δεν αποκαθιστά τη δικαιοσύνη. Αποκαλύπτει μόνο το κόστος της αδικίας. Κι όταν οι «κοιμισμένες φωτιές» ξυπνούν, δεν καταστρέφουν τον κόσμο. Φωτίζουν, έστω και για μια στιγμή, όλα όσα ο κόσμος προτιμούσε να κρατάει στο σκοτάδι. Από τις πιο ωραίες παραστάσεις του φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.