«ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΝΙΚΛΗ ΣΟΛΩΜΟΥ Η ΔΙΑΦΑΝΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Σάββατο, 19/09/2026 14:27
Υπάρχουν στιγμές που φεύγεις από το θέατρο και, αντί να επιστρέψεις αμέσως στην πραγματικότητα, μένεις για λίγο μέσα στη σιωπή. Εκεί όπου οι άνθρωποι που γνώρισες στη σκηνή εξακολουθούν να αναπνέουν μέσα σου. Το ίδιο ρίγος και την ίδια συγκίνηση νιώθω κάθε φορά που παρακολουθώ το έργο «Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού, η Διάφανη» του Περικλή Μοσχολιδάκη. Τα ίδια συναισθήματα ένιωσα και χθες παρακολουθώντας τη νέα σκηνική εκδοχή της Μαρίνας Βρόντη με το θέατρο Λέξη. Μία παράσταση που δεν επιχειρεί απλώς να αφηγηθεί τη ζωή μιας γυναίκας που έμεινε στη σκιά ενός μεγάλου ονόματος. Επιχειρεί να της επιστρέψει κάτι πολύ πιο πολύτιμο, την φωνή της.
Η Αγγέλικα Νίκλη, η μητέρα του Διονύσιου Σολωμού, υπήρξε μια γυναίκα παγιδευμένη ανάμεσα στην κοινωνική της θέση, στις προσωπικές της επιλογές και στις συνέπειες των αποφάσεων των ανδρών που καθόρισαν τη ζωή της. Πουλήθηκε παιδί, έγινε μαντενούτα του Κόντε Νικολάου Σαλαμών, γέννησε τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, γνώρισε τον έρωτα, την εγκατάλειψη, την κοινωνική διαπόμπευση, τη σύγκρουση, την απώλεια. Και, στο τέλος, έμεινε σχεδόν αόρατη πίσω από τον μύθο του γιου της, αφού η Ιστορία αρνήθηκε να της δώσει θέση και την άφησε στο περιθώριο, σαν ίχνος πάνω σε χαρτί που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει.
Ακριβώς αυτή η αορατότητα έρχεται να αναμετρηθεί με το έργο του Περικλή Μοσχολιδάκη. Ένα κείμενο βαθιά ανθρώπινο, ποιητικό χωρίς να χάνει τη θεατρική του δύναμη, που δεν ενδιαφέρεται να στήσει μπροστά μας άλλο ένα μουσειακό ιστορικό πορτρέτο, αλλά να αναζητήσει τον άνθρωπο πίσω από αυτό. Την πληγή πίσω από τον θρύλο. Τη μάνα πίσω από τον «Εθνικό Ποιητή». Η Αγγέλικα δεν παρουσιάζεται ως υποσημείωση στη βιογραφία του Σολωμού, αλλά ως ένας ολόκληρος κόσμος που ζητά να ακουστεί.
Η σκηνοθέτρια Μαρίνα Βρόντη αντιλαμβάνεται ότι για να ανατραπεί αυτή η συνθήκη δεν αρκεί ένας ακόμη μονόλογος. Δεν επιδιώκει να κάνει την ιστορία πιο «εύκολη». Αντιθέτως, την αφήνει να διατηρεί τις ρωγμές της. Η πιο ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με την πρώτη σκηνική εκδοχή του έργου είναι ακριβώς η μετάβαση από τη μοναχική φωνή στην πολυφωνία. Η προηγούμενη παράσταση, με τη Μάγδα Κατσιπάνου, είχε τη δύναμη μιας εξομολόγησης. Η Κατσιπάνου κρατούσε μόνη της το σκηνικό σύμπαν και αυτή η μοναχικότητα είχε δραματουργική ακρίβεια. Η νέα εκδοχή επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Δεν κλείνει την Αγγέλικα απέναντι στο κοινό, αλλά την τοποθετεί ανάμεσα στους άλλους.
Η επιλογή αυτή μεταβάλλει ριζικά τη θερμοκρασία του έργου. Εκεί όπου η Κατσιπάνου είχε το προνόμιο μιας σχεδόν ασφυκτικής εγγύτητας με το πρόσωπο, η νέα πρόταση αποκτά την πολυφωνία ενός χορικού. Η Αγγέλικα πολλαπλασιάζεται. Γίνεται η ίδια, αλλά και αυτό που οι άλλοι είπαν για αυτήν. Γίνεται η γυναίκα που έζησε και η γυναίκα που κατασκευάστηκε από τις αφηγήσεις των άλλων. Δεν πρόκειται, επομένως, για αντικατάσταση της πρώτης εκδοχής, αλλά για δραματουργική μετατόπιση, κρατώντας ζωντανή την ουσία του κειμένου και δίνοντας ταυτόχρονα ένα καινούριο σώμα.
Μέσα σε αυτήν τη σκηνοθετική συνθήκη, οι τέσσερις ηθοποιοί καλούνται να γίνουν κομμάτια της μνήμης, της κοινωνικής φωνής, της ενοχής, της επιθυμίας. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις ερμηνείες τους τόσο ουσιαστικές. Το πιο όμορφο, όμως, είναι ότι οι τέσσερις ερμηνείες δεν απομονώνονται η μία από την άλλη. Λειτουργούν ως σύνολο. Η σκηνοθέτρια μοιάζει να ζητά από τους ηθοποιούς όχι να διεκδικήσουν ο καθένας το δικό του «μεγάλο» στιγμιότυπο, αλλά να υπηρετήσουν έναν κοινό παλμό. Οι φωνές τους μπλέκονται, οι ρόλοι μετακινούνται, οι ταυτότητες γίνονται ρευστές. Και έτσι η Αγγέλικα αποκτά κάτι περισσότερο από μία φωνή, αποκτά πολλές μνήμες.
Μέσα σε αυτή τη σύνθεση, η Χριστίνα Παυλίδου κρατά στον πυρήνα της ερμηνείας της μια βαθιά εσωτερικότητα, χωρίς να γίνεται τραγικά μονοδιάστατη. Η Αγγέλικά της έχει δύναμη, ευαισθησία, θυμό και τρωτότητα. Η ηθοποιός αποφεύγει με θαυμαστή ακρίβεια τη μελοδραματική ευκολία και επιλέγει την αλήθεια της συγκίνησης, η οποία προκύπτει από τις ρωγμές του χαρακτήρα. Εξαιρετική!
Ο Νεκτάριος Θεοδώρου, η Γιώτα Μαραγκού και η Μαρία Τσιάκκα αποτελούν το αναγκαίο αντίβαρο της κεντρικής φωνής και μέλη ενός πολύ καλού υποκριτικού μηχανισμού με εκφραστικότητα και ευελιξία. Οι ρόλοι τους μετακινούνται, οι λειτουργίες τους αλλάζουν και αυτή η ρευστότητα υπηρετεί την λογική του έργου ότι κανείς δεν είναι μία μόνο εκδοχή του εαυτού του. Η σκηνή γίνεται ένα πεδίο όπου η ταυτότητα δεν είναι σταθερή αλλά διαρκώς υπό διαπραγμάτευση.
Καθοριστική είναι και η παρουσία του Ανδρέα Θεοχάρους επί σκηνής. Η μουσική γίνεται οργανικό μέρος της δράσης. Σε αντίθεση με το μοναχικό βιολοντσέλο της πρώτης εκδοχής, εδώ η μουσική εντάσσεται μέσα στο ensemble και αναπνέει μαζί του.
Το σκηνικό και τα κοστούμια του Γιώργου Γιάννου υπηρετούν αυτή τη λιτή, ποιητική αισθητική. Δεν φορτώνουν τον χώρο με ιστορικές πληροφορίες. Η σκηνή φαντάζει περισσότερο με τόπο ανάκλησης παρά με ιστορικό σκηνικό. Γίνεται σπίτι, μνήμη, τόπος εξομολόγησης, αλλά και ένας άχρονος χώρος όπου μια γυναίκα επιτέλους κοιτάζει κατάματα τη ζωή της.
Οι φωτισμοί του Βασίλη Πετεινάρη ολοκληρώνουν αυτή τη λογική της μνήμης. Το φως άλλοτε αποκαλύπτει, απομονώνει, διαχωρίζει και ενίοτε μοιάζει να διαπερνά τις μορφές, σαν να επιχειρεί να φωτίσει όσα η ιστορία άφησε επίτηδες στο σκοτάδι.
Αυτό είναι ίσως και το βαθύτερο νόημα της «Διάφανης». Η διαφάνεια δεν σημαίνει μόνο ότι η Αγγέλικα δεν φαίνεται. Είναι ορατή και ταυτόχρονα αόρατη. Όλοι μιλούν για αυτήν, όλοι μοιάζουν να γνωρίζουν ποια υπήρξε, αλλά ελάχιστοι ενδιαφέρονται να ακούσουν τη δική της εκδοχή. Η διαφάνεια γίνεται εδώ μεταφορά μιας ύπαρξης που δεν της επιτρέπεται να έχει μυστικό, ιδιωτικότητα ή αυτοδιάθεση. Το βλέμμα των άλλων εισχωρεί παντού. Η κοινωνία την κοιτά, την ερμηνεύει και την καταδικάζει, μέχρι να κατασκευάσει μια Αγγέλικα περισσότερο βολική για τη συλλογική μνήμη από εκείνη που υπήρξε πραγματικά.
Κι όταν πέφτει η αυλαία, μένει μέσα σου η αίσθηση πως κάπου, κάποτε, μια γυναίκα που έζησε σχεδόν αόρατη κατάφερε επιτέλους να ακουστεί. Όχι ως «η μητέρα του Σολωμού». Ως Αγγέλικα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο δώρο του θεάτρου στους ανθρώπους που η ιστορία άφησε πίσω της: να τους ξαναδώσει ένα πρόσωπο, ένα σώμα, μια φωνή. Να τους κάνει, έστω για λίγο, ορατούς. Ένα έργο «συγχώρεσης» όπως αναφέρει με αγάπη ο δημιουργός του. Ένα έργο μαγικό, θα προσθέσω εγώ.


