• BUZZ
  • Κριτική Onlytheater
  • «ΕΙΡΗΝΗ - ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
«ΕΙΡΗΝΗ - ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΕΙΡΗΝΗ - ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 rating 1 vote

          Όταν ο Νίκος Καραθάνος και ο Φοίβος Δεληβοριάς συναντούν τον Αριστοφάνη, το αποτέλεσμα δεν είναι ακριβώς «Ειρήνη». Είναι περισσότερο μία απρόβλεπτη, πληθωρική, ελεύθερη «επίσκεψη», όπως ευφυώς την ονομάζουν οι δημιουργοί, στον κόσμο του Αριστοφάνη γύρω από την έννοια της ειρήνης, του πολέμου, της οικογένειας, της μνήμης και της ανθρώπινης ανάγκης για έναν διαφορετικό κόσμο.
          Εδώ, ο μύθος του Τρυγαίου μετασχηματίζεται, το ίδιο το έργο ανασυντίθεται, αλλάζουν πρόσωπα και σχέσεις, προστίθενται νέα επεισόδια και διαδρομές και ο αριστοφανικός μύθος χρησιμοποιείται ως καμβάς για μια διαφορετική, πιο εσωτερική ιστορία, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς τη μοναξιά, τον φόβο, τον θάνατο, τη συνύπαρξη και την υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει σε έναν καλύτερο κόσμο.
          Η Τρυγαία, η ηρωίδα, είναι μία σύγχρονη, δυναμική γυναίκα που αγωνίζεται να ξεφύγει από τον πόλεμο και τη φτώχεια, ενώ η σκηνική δράση ταξιδεύει από τον Όλυμπο στον Άδη και από εκεί μέχρι μια σχεδόν πρωτόγονη «αρχή του κόσμου».
          Η σκηνοθεσία του Καραθάνου είναι εξωστρεφής, παιγνιώδης και γεμάτη μεταμορφώσεις, η οποία δεν ενδιαφέρεται τόσο να αφηγηθεί μία γραμμική ιστορία, όσο να δημιουργήσει ένα σύμπαν εικόνων, ήχων, σωμάτων και μουσικής. Ελλοχεύει, ωστόσο, το τίμημα αυτής της πληθωρικότητας. Η παράσταση είναι τόσο φορτωμένη με ιδέες που δεν μπορεί να αποφύγει τη διάχυση. Το αποτέλεσμα αν και πλούσιο, δεν είναι πάντοτε συγκροτημένο. Η παράσταση ανοίγει συνεχώς νέες πόρτες, χωρίς να προλαβαίνει πάντα να ολοκληρώσει όσα ξεκίνησε. Κι ενώ το πρώτο μέρος δημιουργεί την προσδοκία μιας παράστασης που θα καταφέρει να ενώσει όλες αυτές τις θεματικές (πόλεμος, ειρήνη, θεοί, νεκροί, οικογένεια, πολιτική, εξουσία, τραύμα, αρχή του κόσμου), το τρίτο μέρος παρουσιάζει μεγαλύτερη δραματουργική κόπωση με αποσπασματικά σατιρικά επεισόδια, που θυμίζουν περισσότερο αυτόνομα σκετς παρά οργανικά κομμάτια μιας ενιαίας δραματουργίας. Αντί για κλιμάκωση, λοιπόν, έχουμε συσσώρευση. Και η συσσώρευση, όσο θεαματική κι αν είναι, κάποια στιγμή κουράζει.
          Παρ' όλα αυτά, πίσω από το γέλιο υπάρχει σταθερά μία μελαγχολική σκιά. Η χαρά δεν είναι ποτέ απόλυτη. Κάθε ξέσπασμα ενθουσιασμού μοιάζει να συνοδεύεται από την υπενθύμιση ότι καμία ειρήνη δεν είναι αυτονόητη και καμία ευτυχία δεν διαρκεί για πάντα. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα στην ευφορία και τη θλίψη είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παράστασης.
          Ιδιαίτερα δυνατές είναι οι στιγμές όπου ο πόλεμος παύει να παρουσιάζεται μόνο ως πολιτικό ή ιστορικό γεγονός και μεταφέρεται στις οικογενειακές σχέσεις, στην απώλεια, στην εγκατάλειψη, στα τραύματα που κληροδοτούνται από τη μία γενιά στην άλλη. Εκεί, η παράσταση αποκτά μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος και ξεφεύγει από την εύκολη αντιπολεμική ρητορεία.
          Σε αυτή τη γραμμή κινείται η εντυπωσιακή σκηνή με τον Πόλεμο και τον γιο του Τάραχο. Ο τερατώδης, σχεδόν καρτουνίστικος χαρακτήρας του Πολέμου συνυπάρχει με μια βαθύτερη εικόνα της πατρικής εξουσίας και της καταπίεσης. Το κωμικό και το τραγικό συνυπάρχουν χωρίς να ακυρώνει το ένα το άλλο.
          Αντίστοιχα, η σύγκρουση της κόρης της Τρυγαίας με τη μητέρα της είναι χαρακτηριστική. Πίσω από το κωμικό προσωπείο, εμφανίζεται ένα παιδί που έχει χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο και μαζί του ένα κομμάτι της ίδιας του της ταυτότητας.
          Στην ίδια λογική εντάσσεται και η σκηνή με τον Γιλμάζ Χουσμέν, που λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από την αφηρημένη έννοια του πολέμου υπάρχουν σώματα, απώλειες και συγκεκριμένες ανθρώπινες ζωές.
          Από τις πιο απρόσμενες και τρυφερές παρεκβάσεις είναι η κάθοδος στον Άδη και η συνάντηση με τη μητέρα του Αριστοφάνη, τη Ζηνοδώρα, την οποία υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Η σκηνή απομυθοποιεί τον μεγάλο κωμωδιογράφο, παρουσιάζοντάς τον ως «το παιδί της μάνας του». Ο Άδης γίνεται έτσι τόπος μνήμης και η μητρική φιγούρα συνδέεται υπόγεια με όλες τις μητέρες και τα παιδιά που έχουν πληγεί από τον πόλεμο.
          Η σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη συνεπικουρούμενη με τους φωτισμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου δημιουργεί έναν χώρο διαρκώς μεταβαλλόμενο, ενώ τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη συνθέτουν ένα υβριδικό σύμπαν ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο.
          Σημαντικό ρόλο παίζουν το σώμα και η κίνηση. Η κινησιολογία της Αμάλιας Μπένετ και οι χορογραφίες του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου μετατρέπουν τον θίασο σε ένα συμπαγές, ζωντανό σώμα. Ο Χορός ( Άγγελος Τριανταφύλλου, Γιλμάζ Χουσμέν, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Κοντογεώργου, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Γιάννης Σαμψαλάκης, Βασίλης Παπαδόπουλος, Σπύρος Μπόσγας και Αντώνης Χρήστου) δεν σχολιάζει απλώς τη δράση, γίνεται μέρος της, δημιουργώντας εικόνες που θυμίζουν άλλοτε πανηγύρι, άλλοτε τελετουργία και άλλοτε παιχνίδι. Η μουσική του Φοίβου Δεληβοριά και του Άγγελου Τριανταφύλλου με τη συνοδεία των μουσικών, ενισχύει αυτή την αίσθηση, μετατρέποντας συχνά τη σκηνή σε συναυλιακό χώρο.
          Ερμηνευτικά, ο θίασος είναι σε υπερδιέγερση. H σκηνοθετική οδηγία φαίνεται να ζητά από τους ηθοποιούς να είναι διαρκώς «παράξενοι», «αθώοι», «τρελοί», «εκκεντρικοί». Πίσω από τη σωματική υπερβολή, τις γκριμάτσες, τις φωνές και τις μεταμορφώσεις υπάρχει συνεχώς η αίσθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι κουβαλούν απώλεια.
          Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη δίνει στην «Τρυγαία» μία ορμητική, κωμική και ταυτόχρονα ανθρώπινη διάσταση, ενώ η Έμιλυ Κολιανδρή δημιουργεί μία απομυθοποιημένη, απολαυστική θεά «Αθηνά». Ο Πάνος Παπαδόπουλος ως «Τάραχος» ξεχωρίζει για την σκηνική του ευφυΐα, ο Γιάννης Κότσιφας αξιοποιεί το γκροτέσκο της τρέλας, η Βάσω Καβαλιεράτου καταθέτει μία ιδιότυπη σωματικότητα, ο Θανάσης Αλευράς κινείται σαν «one man show». Όσο για την Ζέτα Μακρυπούλια είναι περισσότερο εικόνα παρά ρόλος.
          Τελικά, τι μας μένει στο μυαλό; Σίγουρα μία παράσταση λίγο από όλα, με έντονη σκηνοθετική γλώσσα και υπέρμετρη φιλοδοξία, που δεν φοβάται να εκτεθεί, να γίνει αλλόκοτη, να χάσει τον δρόμο της. Φεύγοντας από το θέατρο έχει κανείς την εντύπωση ότι παρακολούθησε πολλά, αλλά δυσκολεύεται να αποφασίσει ποιο ακριβώς ήταν το κεντρικό μήνυμα. Ίσως τελικά αυτή η «αναποφασιστικότητα» να είναι και μέρος της ουσίας της.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.