«Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΜΕ ΠΕΤΑΞΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΜΕ ΠΕΤΑΞΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 rating 1 vote

          Δεν είναι η μητέρα το κέντρο αυτής της παράστασης. Ούτε η εγκατάλειψη. Ούτε καν η θάλασσα. Το πραγματικό της θέμα είναι η μνήμη. Όχι ως ανάκληση γεγονότων αλλά ως σωματική εμπειρία. Σαν κάτι που προηγείται της γλώσσας και επιμένει όταν οι λέξεις έχουν πια εξαντληθεί.
          Η Βίλια Χατζόπουλου γράφει με τρόπο σχεδόν μουσικό. Οι λέξεις της δημιουργούν εικόνες. Δεν περιγράφουν τον πόνο αλλά τον αφήνουν να διαρρεύσει μέσα από μικρές ρωγμές του λόγου. Το κείμενο διαθέτει μια σπάνια εμπιστοσύνη στη σιωπή.
          Από την πρώτη στιγμή γίνεται σαφές ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η αλήθεια ενός περιστατικού, αλλά η αλήθεια της ανάμνησης. Η μνήμη εδώ είναι ένα υλικό ρευστό, ασταθές, σαν τη θάλασσα του τίτλου. Άλλοτε σε κρατάει στην επιφάνεια και άλλοτε σε τραβάει στον βυθό της. Γιατί η θάλασσα είναι μήτρα και εξορία μαζί. Είναι η παιδική ηλικία, το ασυνείδητο, η μνήμη, η ενηλικίωση. Είναι ο φόβος του πνιγμού και ταυτόχρονα, η μόνη πιθανότητα να μάθεις να επιπλέεις. Όποιος μπαίνει σε αυτήν, πάντα βγαίνει διαφορετικός.
          Ο τίτλος «Η Μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» λειτουργεί σαν πληγή πριν ακόμη σηκωθεί η αυλαία. Είναι μια φράση που ακούγεται βλάσφημη, σχεδόν αδιανόητη. Κι όμως, όσο εξελίσσεται η παράσταση, η κυριολεξία χάνεται. Δεν έχει σημασία αν η μητέρα πέταξε πραγματικά το παιδί της στη θάλασσα. Σημασία έχει ότι εκείνο έτσι θυμάται τη δύσκολη στιγμή του αποχωρισμού και συνειδητοποιεί ότι η αγάπη δεν είναι πάντοτε ασφαλές καταφύγιο.
          Η σκηνοθεσία αντιλαμβάνεται εύστοχα ότι ένα τέτοιο έργο δεν αντέχει τον ρεαλισμό. Επιλέγει την αφαίρεση ως αναγκαιότητα. Όσο λιγότερα αντικείμενα υπάρχουν στη σκηνή, τόσο περισσότερο ενεργοποιείται η φαντασία του θεατή. Τα σκηνικά και το κοστούμι της Δήμητρας Λιάκουρα υιοθετούν αυτή την αντίληψη.
          Το ίδιο συμβαίνει και με το φως ή καλύτερα με το ημίφως γιατί και η μνήμη λειτουργεί πάντα ημιτελώς. Οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση αποκαλύπτουν μόνο ό,τι μπορεί να αντέξει να δει κανείς.
          Μέσα σε αυτό το ποιητικό σύμπαν κινείται ο Θέμης Πάνου. Δεν είναι απλώς ένας πολύ καλός ηθοποιός. Είναι ένας ηθοποιός που γνωρίζει ότι το θέατρο αρχίζει εκεί όπου σταματά η επίδειξη της τεχνικής. Η ερμηνεία του χαρακτηρίζεται από μια σπάνια ποιότητα αυτοσυγκράτησης. Στην εποχή της κραυγής, εκείνος επιλέγει τον ψίθυρο. Το σώμα του δεν περιγράφει συναισθήματα, απλώς τα κουβαλάει. Κάθε μετατόπιση του βάρους, κάθε παύση, κάθε αλλαγή στον ρυθμό της αναπνοής μοιάζει να έχει προηγηθεί μιας εσωτερικής διεργασίας. Δεν επιδιώκει να συγκινήσει. Επιδιώκει να αφήσει ίχνος.
          Η Βίλια Χατζόπουλου μοιάζει να γνωρίζει ότι το τραύμα δεν θεραπεύεται πλήρως, επαναλαμβάνεται, επιστρέφει, μεταμορφώνεται. Ακριβώς όπως η θάλασσα. Κάθε κύμα είναι διαφορετικό. Κι όμως, είναι πάντα η ίδια θάλασσα.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.