«McNEAL» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«McNEAL» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Υπάρχει μία ειρωνεία που το «McNeal» του Αγιάντ Ακτάρ δεν μπορεί να αποφύγει. Είναι ένα έργο για την Τεχνητή Νοημοσύνη, το οποίο μιλάει διαρκώς για την ανθρώπινη πρωτοτυπία. Και όσο περισσότερο προσπαθεί να αποδείξει ότι η ΑΙ δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον άνθρωπο, τόσο περισσότερο μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε αν ο άνθρωπος έχει ήδη αρχίσει να μοιάζει με μηχανή. Στην ελληνική εκδοχή, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Χρήστος Σουγάρης και τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης.
          Ο Τζέικομπ ΜακΝιλ είναι ένας συγγραφέας στην κορυφή της δόξας του και ταυτόχρονα στο χείλος της προσωπικής του κατάρρευσης. Υποψήφιος για Νόμπελ, διάσημος, αυτάρεσκος, αλαζόνας, αλκοολικός, χειριστικός πατέρας, ένας άνθρωπος που έχει μάθει σε όλη τη ζωή του να αντιγράφει τους άλλους και να μετατρέπει ακόμη και τις ενοχές του σε υλικό λογοτεχνίας. Όταν η τεχνητή νοημοσύνη εισβάλλει στη διαδικασία της γραφής του, τίθεται αυτομάτως το εξής ερώτημα: Τι σημαίνει να είσαι δημιουργός σε μία εποχή, όπου η τεχνολογία μπορεί να μιμηθεί το ύφος σου; Kαι τι ακριβώς απομένει από έναν συγγραφέα, όταν του αφαιρεθεί το προνόμιο της δημιουργικότητάς του;
          Στον πυρήνα του «McNeal» βρίσκεται η σχέση του ανθρώπου με την τεχνητή νοημοσύνη και τα όρια ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία, την ψηφιακή παραγωγή και την ηθική ευθύνη. Το έργο ανοίγει τη συζήτηση γύρω από τη λογοκλοπή και την αυθεντικότητα, ενώ παράλληλα αγγίζει ζητήματα με σοβαρές κοινωνικές και υπαρξιακές προεκτάσεις, όπως η ψυχική υγεία, η αυτοκτονία, οι διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, ο αλκοολισμός, τα οποία παρουσιάζονται περισσότερο ως θεματικές αναφορές παρά ως πεδία ουσιαστικής διερεύνησης. Η τεχνολογία δεν εμφανίζεται απλώς ως εργαλείο, αλλά ως αφορμή για να τεθούν ερωτήματα σχετικά με την ανθρώπινη ευαλωτότητα, την κρίση και τις επιλογές του σύγχρονου ατόμου.
          Η πρόθεση είναι επίκαιρη, το θέμα αναμφίβολα πρόσφορο για θεατρική διερεύνηση. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι απλώς να μιλήσει για την ψηφιακή πραγματικότητα, αλλά να καταφέρει να διεισδύσει στις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης που αυτή αναδεικνύει. Και εκεί η παράσταση χωλαίνει. Γιατί το έργο θέλει να είναι ταυτόχρονα οικογενειακό δράμα, ψυχολογική μελέτη ενός ναρκισσιστή, σχόλιο για την ηθική της τεχνητής νοημοσύνης και πείραμα πάνω στη φύση της πραγματικότητας.
          Η σκηνική ενέργεια και η τεχνική αρτιότητα, όμως, δεν αρκούν για να καλύψουν τις αδυναμίες της δραματουργίας. Η επικαιρότητα του υλικού είναι αναμφισβήτητη, η προσέγγισή του, όμως παραμένει επιδερμική, χωρίς την αναγκαία εμβάθυνση στους χαρακτήρες, στα κίνητρα και στις συνέπειες των πράξεών τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο, που μολονότι, διαθέτει θεματική φιλοδοξία, δεν αξιοποιεί τις δυνατότητές της. Η παράσταση μοιάζει να θέλει να θίξει πολλά, χωρίς να αφιερώνει τον απαιτούμενο χρόνο σε κανένα.
          Σκηνοθετικά, η δράση χαρακτηρίζεται από γρήγορο ρυθμό και διαρκείς εναλλαγές σκηνών. Τα ενδεικτικά σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή στήνονται επί τόπου, μπροστά στα μάτια του κοινού, δημιουργώντας μία αίσθηση συνεχούς κίνησης και μεταβολής του χώρου.
          Η έντονη μουσική του Φώτη Σιώτα, που συνοδεύει τις μεταβάσεις και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα ενισχύουν τη δυναμική της σκηνικής σύνθεσης, κρατώντας ζωντανή την ατμόσφαιρα.
          Η γιγάντια διεπαφή ΑΙ, τα ψηφιακά projections με τις deepfake εικόνες δια χειρός των Χρήστου Σουγάρη και Δημήτρη Κλουβάτου, στο πίσω μέρος της σκηνής, υπογραμμίζουν την κυριαρχία του ψηφιακού κόσμου στην καθημερινότητα.
          Τα κοστούμια της Βασιλείας Ροζάνα εντάσσονται στη σύγχρονη αισθητική της συνθήκης. Συνολικά, υπάρχει κινητικότητα και ρυθμός, όμως η αδιάκοπη εναλλαγή δεν συνεπάγεται απαραίτητα ουσιαστική εξέλιξη. Η σκηνική ένταση και οι αισθητικές επιλογές διατηρούν εν μέρει την προσοχή, αλλά δεν καλύπτουν το κενό που αφήνει η περιορισμένη ανάπτυξη των ιδεών.
          Η παραγωγή στηρίζεται υπερβολικά στη δύναμη του πρωταγωνιστή και στην αναγνωρισιμότητά του, χωρίς το κείμενο να του προσφέρει το απαιτούμενο δραματουργικό βάθος. Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης διαθέτει την αυτοπεποίθηση, το χιούμορ και τη αύρα που απαιτεί ένας χαρακτήρας σαν τον «Jacob McNeal». Ο ήρωάς του παρουσιάζεται γοητευτικός, ευφυής και πνευματώδης, αλλά ταυτόχρονα εγωκεντρικός και ηθικά αμφιλεγόμενος.
          Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Γιώτα Φέστα, Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου, Μαρίζα Τσάρη, Δημήτρης Σέρφας, Αλίκη Ανδρειωμένου, Μαρίτα Γαγάνη) κινούνται σε ένα συμπαθητικό επίπεδο, υπηρετώντας τις ανάγκες της σκηνικής αφήγησης. Οι ερμηνείες τους παραμένουν αξιοπρεπείς, χωρίς ωστόσο να αποκτούν την απαιτούμενη αυτοτέλεια μέσα στο σύνολο. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στην προσπάθεια των ηθοποιών, όσο στους περιορισμούς που θέτει η ίδια η δραματουργία.
          Συμπερασματικά, το «ΜcNeal» έχει έναν πρωταγωνιστή με ισχυρή σκηνική παρουσία, μία επίκαιρη θεματική και μία τεχνολογικά φιλόδοξη σκηνοθετική προσέγγιση. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να καλύψουν τις αδυναμίες του κειμένου, παραμένοντας αποσπασματικό και ασαφές. Μία μεγάλη ιδέα που δεν γίνεται εξίσου μεγάλο θέατρο.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.