«Ο ΓΛΑΡΟΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τετάρτη, 23/09/2026 22:55
Ένας τρόπος για να ανεβάσεις Τσέχοφ είναι να τον υπηρετήσεις πιστά. Και υπάρχει κι ένας άλλος, πιο αντισυμβατικός, να τον αφήσεις να σε αναστατώσει. Η σκηνοθέτρια Ζωή Ξανθοπούλου επιλέγει το δύσκολο μονοπάτι. Η παράστασή της « Ο Γλάρος» δεν επιχειρεί να κάνει τον Τσέχοφ επίκαιρο γιατί δεν χρειάζεται. Το έργο είναι ήδη γεμάτο από ανθρώπους που εργάζονται χωρίς ασφάλεια, καλλιτέχνες που διεκδικούν χώρο, ανθρώπους που μετρούν την αξία τους με το βλέμμα του άλλου και όνειρα που συνθλίβονται ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα. Αλλάζει μόνο ο τρόπος με τον οποίο μας υποχρεώνει να το κοιτάξουμε.
Η Ξανθοπούλου κρατάει τον πυρήνα της τσεχοφικής ματαιότητας, αλλά ξηλώνει την ασφαλή θεατρική της φόρμα. Στον Τσέχοφ, ο γλάρος είναι ένα πλάσμα της επιθυμίας, της ελευθερίας, της τέχνης, της θυσίας. Εδώ μοιάζει περισσότερο με το απομεινάρι μιας πτήσης. Οι χαρακτήρες μοιάζουν να παλεύουν να κατοικήσουν μέσα στο ίδιο το θέατρο. Και κάπου εκεί αρχίζει το παιχνίδι του θεάτρου μέσα στο θέατρο. Η σκηνή γίνεται ταυτόχρονα τόπος πρόβας, τόπος εξομολόγησης, σκουπιδότοπος ονείρων και πεδίο μάχης. Οι ήρωες παίζουν, σταματούν να παίζουν, ξαναπαίζουν. Η υποκριτική και η ζωή μπερδεύονται, μέχρι να μην είναι εύκολο να ξεχωρίσεις πού τελειώνει ο ρόλος και πού αρχίζει ο άνθρωπος. Ο Τρέπλιεφ, η Νίνα, η Αρκάντινα, ο Τριγκόριν κ.α. μοιάζουν λιγότερο με χαρακτήρες και περισσότερο με πληγές που αλλάζουν σώμα.
Η σκηνοθεσία επιλέγει τη δραματουργική συμπύκνωση αντί της αφηγηματικής πληρότητας. Τρεις ηθοποιοί αναλαμβάνουν να κουβαλήσουν ένα ολόκληρο σύμπαν, ενώ ένας μουσικός βρίσκεται επί σκηνής και γίνεται οργανικό κομμάτι της δράσης. Η επιλογή αυτή καθρεφτίζει το θέατρο ως μηχανισμό μεταμόρφωσης, το οποίο αποκαλύπτει τα εργαλεία του. Βλέπουμε την ίδια τη σκηνή να κατασκευάζει και να διαλύει τα όνειρά της.
Η συνθήκη του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» είναι ο πυρήνας της σκηνοθετικής σκέψης. Οι ηθοποιοί δεν εξαφανίζονται πίσω από τους χαρακτήρες. Αντιθέτως, η παρουσία τους παραμένει ορατή. Το σώμα που πριν από λίγο ήταν ένας χαρακτήρας, γίνεται ένας άλλος. Η φωνή αλλάζει, η στάση αλλάζει, η ενέργεια αλλάζει και μπροστά στα μάτια μας συντελείται η μετάβαση. Αυτό δημιουργεί μία παράξενη διπλή θέαση. Παρακολουθούμε τον χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα παρακολουθούμε τον ηθοποιό που φτιάχνει τον χαρακτήρα.
Και ξαφνικά, ο Τσέχοφ αποκτά μία δεύτερη διάσταση, καθώς οι ήρωές του παίζουν κάποιον ρόλο στη ζωή τους. Ο Τρέπλιεφ παίζει τον επαναστάτη καλλιτέχνη. Η Αρκάντινα παίζει τη μεγάλη ηθοποιό. Η Νίνα παίζει την επίδοξη ηθοποιό. Ο Τριγκόριν παίζει τον επιτυχημένο συγγραφέα. Ο καθένας τους κατασκευάζει μία εικόνα του εαυτού του και περιμένει από τους άλλους να την πιστέψουν. Μέχρι που η κατασκευή ραγίζει και τότε μένει ο άνθρωπος εκτεθειμένος.
Αυτός «ο Γλάρος» δεν φοβάται να αφήσει τις ραφές του ορατές. Σε σημεία, η φόρμα μοιάζει απαιτητική, ακριβώς επειδή δεν επιτρέπει στον θεατή να ξεχαστεί μέσα στην πλοκή. Η συνεχής επίγνωση της θεατρικής κατασκευής κρατά μία απόσταση, υπενθυμίζοντας ότι ο άνθρωπος που υποφέρει πάνω στη σκηνή είναι ταυτόχρονα ένας ηθοποιός που παλεύει να επικοινωνήσει με το κοινό. Ο γλάρος, επομένως, δεν είναι μόνο η Νίνα, ο Τρέπλιεφ ή η Αρκάντινα, ούτε μόνο η τέχνη. Είναι η επιθυμία που αρνείται να πεθάνει, ακόμη κι όταν όλα γύρω της έχουν καταρρεύσει. Αυτό που έχουμε θάψει, αλλά εξακολουθεί να κινείται κάτω από τα ερείπια. Και κάπου εκεί ο Τσέχοφ συναντά τη σημερινή σκηνή. Η απάντηση της παράστασης δεν είναι αισιόδοξη, ούτε όμως και μηδενιστική. Η παράσταση συνεχίζεται…
Σκηνικά και κοστούμια, μαζί με τον σχεδιασμό των φωτισμών, υπογράφει ο Βασίλης Αποστολάτος. Η επιλογή του σκηνικού τοπίου, που παραπέμπει σε σκουπιδότοπο, είναι ίσως η πιο καθαρή εικόνα αυτής της ανάγνωσης. Εδώ τα όνειρα δεν ανθίζουν. Σαπίζουν όταν περάσει η ημερομηνία λήξης τους. Ο σκουπιδότοπος γίνεται το τοπίο, όπου έχουν συσσωρευτεί τα απομεινάρια των μεγάλων επιθυμιών. Και ο γλάρος; Πετάει πάνω από όλα αυτά σαν μια ιδέα που δεν κατάφερε να προσγειωθεί. Είναι η ελευθερία που θέλουμε και δεν αντέχουμε, η τέχνη που ονειρευόμαστε και τελικά μας συντρίβει. Είναι το σώμα που θέλει να φύγει ενώ παραμένει δέσμιο. Το σύμβολο μετακινείται συνεχώς από την ποίηση στην απώλεια, από την επιθυμία στην αποτυχία, από την δημιουργία στην φθορά.
Αντίστοιχα, οι φωτισμοί του δεν επιχειρούν να εξωραΐσουν το σκηνικό τοπίο. Ακολουθούν την αισθητική της απογύμνωσης και κυρίως αφήνουν ορατό τον χώρο ως θεατρικό μηχανισμό. Το φως άλλοτε αποκαλύπτει και άλλοτε εκθέτει. Η σκηνή μπορεί μέσα σε μια στιγμή να γίνει τόπος εξομολόγησης, πρόβα, ανάμνηση ή άδειος χώρος μετά το τέλος της παράστασης.
Η ζωντανή μουσική του Φώτη Σιώτα, με τον Τάσο Μισυρλή επί σκηνής, λειτουργεί σαν δεύτερο νευρικό σύστημα. Το τσέλο αναπνέει μαζί με τη δράση, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε σαν ρήγμα μέσα στον σκηνικό ρυθμό και γίνεται αυτό που δεν μπορούν να πουν οι λέξεις.
Υποκριτικά, η Δέσποινα Κούρτη φέρνει την εσωτερική ευαισθησία, ο Γιώργος Παπαπαύλου την μεταμόρφωση και τη ρυθμική ευελιξία και ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος την έκρηξη της ανάγκης, δημιουργώντας έναν θεατρικό μηχανισμό. Οι ερμηνείες τους έχουν σωματικότητα και ρυθμό χάρη στην κίνηση της Μαρίζας Τσίγκα και διαρκή μετατόπιση, χωρίς να υπηρετούν μία ψυχολογικά «τακτοποιημένη» εκδοχή των ηρώων. Εδώ οι ηθοποιοί μας δείχνουν πώς κατασκευάζεται ένας κόσμος πάνω στη σκηνή, αφήνοντας επίτηδες ορατές τις ραφές της μεταμόρφωσης. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, αλλά κυρίως ο ένας αποκαλύπτει τον μηχανισμό του άλλου. Μας θυμίζουν διαρκώς ότι απέναντί μας υπάρχουν άνθρωποι που υποδύονται ανθρώπους, οι οποίοι με τη σειρά τους προσπαθούν να υποδυθούν μία καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Και κάπου ανάμεσα στον ρόλο, στον ηθοποιό και τον άνθρωπο, ο Τσέχοφ βρίσκει ξανά το πραγματικό του θέμα. Την αδυναμία μας να γίνουμε αυτό που φανταζόμαστε. Όχι επειδή δεν προσπαθούμε αρκετά, αλλά επειδή η επιθυμία μας πέφτει διαρκώς πάνω στην αδυναμία του άλλου να μας συναντήσει. Κι όμως συνεχίζουμε…
Η παράσταση μεταφέρει αυτή την αδυναμία επικοινωνίας από το επίπεδο των χαρακτήρων στο ίδιο το θεατρικό γεγονός. Πόσο μπορεί να επικοινωνήσει μία παράσταση με το κοινό της; Και πόσο αντέχει ένας καλλιτέχνης την πιθανότητα να μην φτάσει ποτέ εκεί που θέλει; Εδώ βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της αποδόμησης. «Ο Γλάρος» δεν αποδομείται για να γίνει πιο εύκολος ή πιο μοντέρνος. Αποδομείται για να φανεί ο σκελετός του. Και μέσα από αυτό αναγνωρίζουμε την αγωνία του δημιουργού να υπάρξει, την ανάγκη για επιβεβαίωση, τον φόβο της αποτυχίας, την εξάντληση της καθημερινότητας και εκείνη την σχεδόν απελπισμένη ανάγκη να πιστέψουμε ότι αυτό που κάνουμε έχει νόημα.
Τελικά, η παράσταση «Ο Γλάρος» αφήνει πίσω του περισσότερο μια αίσθηση εκκρεμότητας παρά μία απάντηση. Μία αίσθηση για τους ανθρώπους που επιμένουν να ονειρεύονται, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα τους διαψεύδει. Και ίσως εκεί, στην αδυναμία να πραγματοποιηθεί το όνειρο, να βρίσκεται και η διαχρονικότητα του έργου.


