«ΤΡΩΑΔΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τρίτη, 08/09/2026 12:44
Ποιος θυμάται τους ηττημένους; Η Ιστορία συνήθως γράφεται από εκείνους που κέρδισαν. Τα ονόματα των στρατηγών διασώζονται, οι μάχες αποκτούν ημερομηνίες, οι νίκες μετατρέπονται σε έπη. Κάπου όμως, έξω από τις επίσημες αφηγήσεις, μένουν εκείνοι που πλήρωσαν το τίμημα. Και ο Ευριπίδης αποφασίζει να κοιτάξει ακριβώς προς τα εκεί και να τους δώσει φωνή.
Στην τραγωδία «Τρωάδες», ο πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά η βία μόλις αρχίζει να αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο. Οι άνδρες της Τροίας έχουν χαθεί, η πόλη έχει λεηλατηθεί και οι Τρωάδες, που βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς πατρίδα, οικογένεια και δικαίωμα επιλογής, περιμένουν τώρα στα ερείπια να μοιραστούν σαν λάφυρα, στους νικητές. Δεν έχουν στρατό, όπλα ή πολιτική δύναμη. Έχουν μόνο το σώμα τους, τη μνήμη τους και τη δυνατότητα να μιλήσουν. Είναι άραγε αρκετά;
Η Ελένη Ευθυμίου μεταφέρει αυτό το ερώτημα στο σήμερα και το κάνει ακόμη πιο άβολο. Γιατί οι εικόνες της Τροίας δεν απέχουν πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα. Αρκεί να κοιτάξουμε τις ειδήσεις. Πόλεις ισοπεδωμένες, πληθυσμοί εκτοπισμένοι, γυναικόπαιδα εγκλωβισμένα στις αποφάσεις εκείνων που κρατούν τα όπλα.
Η σκηνοθετική της ματιά δεν επιτρέπει στον θεατή την πολυτέλεια της ιστορικής απόστασης. Η Τροία δεν είναι «κάποτε». Είναι κάθε φορά που μια εξουσία αποφασίζει ποιος θα ζήσει, ποιος θα φύγει, ποιος θα μείνει και ποιος θα θεωρηθεί αναλώσιμος. Και οι «Τρωάδες» δεν ρωτούν ποιος κέρδισε τον πόλεμο. Ρωτούν κάτι πολύ πιο δύσκολο: Τι απέμεινε από τον άνθρωπο μετά τη νίκη;
Η υπόθεση εκτυλίσσεται μετά την άλωση της Τροίας. Οι Έλληνες έχουν νικήσει και οι γυναίκες της βασιλικής οικογένειας περιμένουν να μάθουν σε ποιον θα παραδοθούν. Η Εκάβη έχει χάσει την πατρίδα, την οικογένεια και τη θέση της. Η Ανδρομάχη καλείται να αποχωριστεί τον Αστυάνακτα. Η Κασσάνδρα οδηγείται στον Αγαμέμνονα. Η Πολυξένη έχει θυσιαστεί. Η Ελένη βρίσκεται ξανά απέναντι στον Μενέλαο.
Ο Ευριπίδης αφαιρεί από τον πόλεμο κάθε ίχνος ηρωικής αίγλης. Η νίκη των Ελλήνων είναι παρούσα μόνο μέσα από τις συνέπειές της. Αυτό το «μετά» ενδιαφέρει και την Ευθυμίου. Η προσφυγιά, ο εκτοπισμός, η βία πάνω στα γυναικεία σώματα, τα παιδιά που πληρώνουν τις αποφάσεις των ενηλίκων, η εξουσία που αποφασίζει ποιος θα φύγει και ποιος θα μείνει, δεν ανήκουν σε έναν μακρινό μυθολογικό κόσμο, αλλά στο παρόν.
Η Ελένη Ευθυμίου, πατώντας στην καίρια μεταφράση του Γιάννη Τσαρούχη και με την αρωγή της Σοφίας Ευτυχιάδου στην δραματουργική επεξεργασία, επιλέγει μια σκηνική γραφή περισσότερο συλλογική παρά ψυχολογική. Οι χαρακτήρες δεν απομονώνονται από το σύνολο, αλλά συνυπάρχουν μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σκηνικό σώμα. Η σκηνοθεσία έχει σαφή πολιτική κατεύθυνση και δεν φοβάται να την αποκαλύψει. Κάποιες στιγμές αυτή η πολιτική πρόθεση γίνεται ίσως περισσότερο εμφανής από όσο θα χρειαζόταν. Εκεί όπου, όμως, η παράσταση εμπιστεύεται το θέατρο - την εικόνα, το σώμα, τη μουσική, τη σιωπή - αποκτά πραγματική δύναμη και αποφεύγει τον κίνδυνο μιας υπερβολικά δηλωτικής επικαιροποίησης.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η συνάντηση της παιδικής αθωότητας με τη βία του πολέμου. Το παιχνίδι μετατρέπεται σε εφιάλτη και η Τροία αποκαλύπτεται όχι ως ένας κόσμος ηρώων αλλά ως ένας κόσμος που καταστράφηκε από τις αποφάσεις τους. Πολύ δυνατή, επίσης, η στιγμή όπου η Εκάβη πληροφορείται την είδηση του θανάτου της κόρης της από την ηθοποιό Λωξάνδρα Λούκας με σύνδρομο Down.
Η σκηνή της παράστασης, με τα ρούχα των νεκρών απλωμένα πάνω στην καμένη γη, αποτελεί ισχυρή συμβολική εικόνα της καταστροφής του πολέμου. Τα ρούχα, χωρίς πλέον τα σώματα που τα φορούσαν, συμβολίζουν την απουσία και την απώλεια, αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν ως ίχνη και μνήμη των νεκρών. Η καμένη γη παραπέμπει στην κατεστραμμένη Τροία και στις συνέπειες του πολέμου. Έτσι, στο τέλος δεν προβάλλεται η νίκη των Ελλήνων αλλά το κενό και η καταστροφή που αφήνει πίσω του ο πόλεμος. Η εικόνα συνδέεται με τον αντιπολεμικό χαρακτήρα της παράστασης και με την αντίληψη της Ελένης Ευθυμίου ότι η απώλεια μετατρέπεται σε συλλογική μνήμη.
Το εντυπωσιακό σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ, συνεπικουρούμενο από τους φωτισμούς της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη, αναπαριστά την όψη ενός εφιαλτικού τοπίου στάχτης και ερήμωσης, θυμίζοντας ανοιχτό κρατήρα και μήτρα μαζί.
Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, με αναφορές σε μεταπολεμικές εποχές, ολοκληρώνουν αυτή τη μετατόπιση κι έτσι ο χρόνος γίνεται ασαφής.
Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη και ο σχεδιασμός ήχου της Σοφίας Καμαγιάννη αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σκηνικής σύνθεσης. Η ζωντανή παρουσία των μουσικών δίνει στον ήχο μια άμεση, σχεδόν τελετουργική λειτουργία.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η δουλειά του Τάσου Παπαδόπουλου στην κινησιολογία. Ο Χορός είναι η κοινότητα των ηττημένων, ένα συλλογικό σώμα που προσπαθεί να παραμείνει ενωμένο. Η διαφορετικότητα των σωμάτων γίνεται μέρος της χορογραφικής γραφής.
Η συμμετοχή ερμηνευτών με και χωρίς αναπηρία, σε συνεργασία με την ομάδα «Εν Δυνάμει», είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής. Η συμπερίληψη γίνεται σκηνική γλώσσα. Διαφορετικά σώματα μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τον ίδιο λόγο, τον ίδιο Χορό που αποτελείται από τους Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Ελένη Δημοπούλου, Νίκο Κυπαρίσση, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά και Χρύσα Τουμανίδου. Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής «Πολυξένης» και του μικρού «Αστυάνακτα», η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης, αντίστοιχα. Και αυτή η επιλογή έχει ιδιαίτερη σημασία στις «Τρωάδες», ένα έργο που μιλάει ακριβώς για τον αποκλεισμό ανθρώπων από το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή τους.
Πάνω από όλα, όμως, λειτουργεί το ensemble. Η παράσταση χρειάζεται αυτό το συλλογικό σώμα για να αποκτήσει το πραγματικό της μέγεθος.
Η Λυδία Φωτοπούλου εμφυσά στην πάλαι ποτέ πρώτη των πρώτων «Εκάβη» μια στιβαρή διάσταση. Δεν επιδιώκει τον εύκολο σπαραγμό. Το βάρος της απώλειας βρίσκεται κυρίως στο σώμα και στη σιωπή της.
Η Εύη Σαουλίδου αποτυπώνει στην «Ανδρομάχη» μια ιδιαίτερα εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη μητρική αγωνία και στην απόλυτη αδυναμία απέναντι στην εξουσία.
Η Νάνσυ Σιδέρη, φλογισμένη, με ενάργεια και εκστατική κίνηση, κεντρίζει την προσοχή με τις υποκριτικές ποιότητες του απαιτητικού ρόλου της αλλοπαρμένης και παραληρούσας προφήτισσας «Κασσάνδρας».
Η Βασιλική Τρουφάκου πλαστουργεί την εξουθενωμένη «Ελένη» με ανθρωπιά και ευαλωτότητα, αποφεύγοντας το στερεότυπο της μοιραίας γυναίκας.
Ο Αργύρης Ξάφης ως «Ταλθύβιος» μεταφέρει με αμφισημία τη σύγκρουση ανάμεσα στην εντολή και τη συνείδηση, ενώ ο Γιώργος Χριστοδούλου αποδίδει στον «Μενέλαο» τη σκληρότητα και την αυτοπεποίθηση του νικητή.
Η δραματουργική παρέμβαση της Ευθυμίου στο φινάλε ενισχύει το αντιπολεμικό μήνυμα. Οι Τρωάδες δεν ακολουθούν τελικά τους νικητές, αλλά διεκδικούν την τελευταία ρηνίδα ελευθερίας που τους έχει απομείνει: την απόφαση για το πού θα σταθούν. Επιλέγουν να παραμείνουν στην πατρίδα τους. Και αυτό είναι μια αλλαγή που μετακινεί το νόημα της τραγωδίας. Έτσι, η παραμονή τους γίνεται πράξη αντίστασης απέναντι στον πόλεμο, την προσφυγιά, την έμφυλη βία, την εξουσία και τον αποκλεισμό.
Κάθε φορά που πέφτει μια πόλη, κάποιος μένει μέσα στα ερείπια για να θυμάται. Μία γυναίκα. Ένα παιδί. Ένα σώμα. Μία φωνή. Οι νικητές φεύγουν. Οι σημαίες τους χάνονται στον ορίζοντα. Η ιστορία προχωρά. Αλλά όσοι μένουν πίσω, τούτη η στάχτη δεν γίνεται σιωπή. Γίνεται μνήμη. Και όσο θυμόμαστε, καμία Τροία δεν τελειώνει πραγματικά.
«ΤΡΩΑΔΕΣ», ένα ευτυχές θεατρικό συναπάντημα, μία πολύ δυνατή στιγμή του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου!


