«ΕΚΑΒΗ - ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Πέμπτη, 02/07/2026 10:17
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εύγλωττος επίλογος για το Ηρώδειο από την «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Όχι γιατί πρόκειται για μία ακόμη παράσταση αρχαίου δράματος στο εμβληματικό θέατρο, αλλά για τη σύμπτωση του έργου με το ίδιο το μνημείο. Η επιλογή της «Εκάβης» για το αποχαιρετιστήριο αυτό γεγονός δεν έμοιαζε τυχαία. Μία τραγωδία που μιλάει για το τέλος μιας πόλης έγινε το κύκνειο άσμα ενός θεάτρου που αποσύρεται προσωρινά από τα δρώμενα για να επιστρέψει αναγεννημένο. Όπως η Εκάβη θρηνεί τα ερείπια της Τροίας, έτσι και το Ηρώδειο ετοιμάζεται να κλείσει για να προστατευθούν τα δικά του ερείπια. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έναν θάνατο, αλλά για μια αναγκαία σιωπή.
Ο Στάθης Λιβαθινός δεν προσέγγισε την «Εκάβη» ως μια τραγωδία για την εκδίκηση ή ως ένα ακόμη δράμα του μετατρωικού κύκλου. Τη διάβασε ως ένα έργο για τη διάλυση της πολιτικής και ηθικής τάξης, για τη στιγμή που ο άνθρωπος χάνει όχι μόνο την πατρίδα του αλλά και το μέτρο της δικαιοσύνης. Η Εκάβη δεν ήταν εδώ μόνο μια βασίλισσα που έχασε τα παιδιά της. Έγινε η ενσάρκωση μιας πολιτείας που είδε τις αξίες της να συντρίβονται. Η προσωπική τραγωδία μετατράπηκε σε συλλογικό τραύμα και ο ανθρώπινος πόνος απόκτησε διαστάσεις ιστορικής συνείδησης. Η σκηνοθεσία του εγκατέλειψε κάθε διάθεση αρχαιοπρεπούς αναβίωσης. Δεν τον ενδιέφερε να ανασυστήσει την αρχαία τραγωδία ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά να αποκαταστήσει τη ζωντανή της λειτουργία ως πολιτική και φιλοσοφική πράξη.
Αυτή η μετατόπιση ολοκληρώθηκε μέσα από την ευφυή δραματουργική σύνθεση με αποσπάσματα από την «Πολιτεία» και τον «Μύθο του Σπηλαίου». Ο Πλάτων εισήλθε στη σκηνή ως συνομιλητής του Ευριπίδη. Εκεί όπου ο ποιητής έδειχνε την κατάρρευση του δικαίου, ο φιλόσοφος αναζητούσε τη δυνατότητα της αναγέννησής του. Ένας δημιουργικός διάλογος γεννήθηκε και ο θεατής δεν παρακολουθούσε μόνο την πτώση της Τροίας, αλλά τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία και τη δικαιοσύνη, ανάμεσα στη βία και τη γνώση, ανάμεσα στις σκιές και το φως.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη σκηνοθετική επιτυχία του Λιβαθινού. Δεν επιδίωξε να συγκινήσει μέσα από τον θρήνο της Εκάβης. Συγκίνησε επειδή έκανε τον θεατή να αισθανθεί ότι η πτώση της Τροίας δεν ανήκει στο παρελθόν. Κάθε εποχή μπορεί να γίνει Τροία όταν χάσει τη δικαιοσύνη της. Κάθε κοινωνία μπορεί να εγκλωβιστεί στο σπήλαιο των ψευδαισθήσεών της.
Ιδιαίτερης σημασίας η επιστροφή στη μάσκα, η οποία δεν περιόριζε την έκφραση, απεναντίας την απελευθέρωνε από τον ψυχολογικό ρεαλισμό. Εκεί όπου το βλέμμα δεν μπορούσε να εκφραστεί, μιλούσε το σώμα. Εκεί όπου χάνεται η ατομική έκφραση, γεννιέται το συλλογικό πρόσωπο της ανθρώπινης μοίρας. Οι ηθοποιοί ενσάρκωναν μορφές που υπερβαίνουν την ατομικότητα και αποκτούσαν σχεδόν αρχετυπική διάσταση. Την κινησιολογία και τη διδασκαλία της μάσκας ανέλαβε ο Camilo Betancor, ενώ οι μάσκες κατασκευάστηκαν από το Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη.
Κατά την παράσταση, κανείς δεν διεκδικούσε τη σκηνή για τον εαυτό του. Η δύναμη των ερμηνειών γεννήθηκε από τη συνύπαρξη. Οι φωνές ενώνονταν, τα σώματα συγκροτούσαν έναν κοινό παλμό και οι μάσκες εξάλειφαν την ατομική προβολή προς όφελος μιας βαθύτερης συλλογικής έκφρασης. Οι: Αντώνης Γιαννακός («Πολύδωρος»), Γιώργος Δάμπασης («Οδυσσέας»), Νίκος Καρδώνης («Ταλθύβιος»), Νέστωρ Κοψιδάς («Πολυμήστορας»), Άννα Μάγκου, Λίλλυ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση, Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου και Άρης Τρουπάκης («Αγαμέμνων») συνέθεσαν έναν Χορό κι ένα σύνολο προσώπων που λειτουργούσαν με πειθαρχία και κοινό ρυθμό.
Μέσα σε αυτή τη συλλογική αρχιτεκτονική αναδύθηκε η Μαρία Σαββίδου ως «Εκάβη». Στη φωνή της ακουγόταν όχι μόνο ο προσωπικός θρήνος αλλά και η εξάντληση ενός κόσμου που έχει χάσει κάθε ηθικό έρεισμα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησε και η «Πολυξένη» της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου, της οποίας η παρουσία λειτούργησε ως η τελευταία σπίθα καθαρότητας πριν από την πλήρη ηθική κατάρρευση που ακολουθεί.
Στα αρνητικά, η ασύνδετη ζωντανή μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης, της οποίας η ένταση υπερίσχυε του λόγου, σαν το συναίσθημα να προσπαθούσε να επιβληθεί αντί να αναδυθεί.
Η Ελένη Μανωλοπούλου επιμελήθηκε τα ωραία κοστούμια – σκηνικά και ο Τάσος Αναστασίου φώτισε τη σκηνή.
Ο Στάθης Λιβαθινός δεν σκηνοθέτησε απλώς μια τραγωδία, αλλά τη μετάβαση από τη φθορά στην αναγέννηση, αποδεικνύοντας ότι το θέατρο, όπως και οι μεγάλες πολιτείες, επιβιώνει όσο υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να αναζητούν το φως πίσω από τις σκιές.


