«ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ - ΜΙΑ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΗ ΟΠΕΡΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ - ΜΙΑ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΗ ΟΠΕΡΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (4 ψήφοι)

          Στο Ηρώδειο, εκεί όπου συνήθως οι πέτρες κουβαλούν το βάρος της ιστορίας, φέτος κουβάλησαν και το βάρος της συζυγικής αποχής. Αυτό που παρουσιάστηκε για δύο βραδιές, κάτω από τον ιερό βράχο, δεν ήταν μια ακόμη αναβίωση της αρχαίας κωμωδίας «Λυσιστράτη». Ήταν μια θρασύτατη, πολύχρωμη, μουσική επίθεση στη σοβαροφάνεια. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δεν ζήτησε από το κοινό να τη δει ως αρχαίο δράμα, αλλά ως ένα τεράστιο θεατρικό γλέντι. Και δεν φοβήθηκε ούτε την υπερβολή ούτε την καλοπροαίρετη θεατρική τρέλα. Την τάισε μουσική, της έδωσε χρώμα και την άφησε ελεύθερη να τρέξει πάνω στη σκηνή του Ηρωδείου σαν ένα καλοκαιρινό όνειρο που γεννήθηκε από τη συνάντηση ενός αρχαίου σατιρικού ποιητή με μια παρέα αθεράπευτα ερωτευμένων θεατρανθρώπων.
          Ο χαρακτηρισμός «ξεκαρδιστική όπερα», αλλά σκιαγραφούσε ένα δρώμενο που μοιάζει να γεννήθηκε από τη συνάντηση του λαϊκού θεάτρου, της ιταλικής όπερας, της ρετρό μουσικής και των στοιχείων καμπαρέ με λεβέντικα πεντοζάλια, δωρικούς πυρρίχειους και με έναν θίασο που αποφάσισε να διασκεδάσει πρώτα ο ίδιος και μετά το κοινό.
          Η υπόθεση παραμένει διαχρονική: οι γυναίκες αποφασίζουν να σταματήσουν τον πόλεμο με το πιο αποτελεσματικό εμπάργκο της ιστορίας. Όχι σε πετρέλαιο, όχι σε όπλα, αλλά σε συζυγικά προνόμια. Και ξαφνικά οι στρατηγοί ανακαλύπτουν ότι η ειρήνη είναι πολύ πιο ελκυστική από την ίδια τη δόξα.
          Το Ηρώδειο μεταμορφώθηκε, λοιπόν, σε μια αρένα μουσικής σάτιρας, όπου η όπερα και το καμπαρέ φλέρταραν με το λαϊκό πάλκο, η επιθεώρηση συνάντησε τον Αριστοφάνη και η πολιτική σάτιρα χόρευε τσιφτετέλι με την ελληνική παράνοια. Οι σκηνές διαδέχονταν η μία την άλλη, ενώ ο θίασος λειτουργούσε σαν ένα καλοκουρδισμένο μελίσσι που ανέπνεε, τραγουδούσε, σάρκαζε και αυτοσαρκαζόταν, αποδεικνύοντας ότι ο Αριστοφάνης εξακολουθεί να σατιρίζει την εξουσία, τον πόλεμο και την ανθρώπινη αδυναμία με χειρουργική ακρίβεια, κι ας έχουν περάσει δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
          Η μουσική έδινε στους ηθοποιούς την ευκαιρία να κινηθούν ανάμεσα στο τραγούδι, την πρόζα και την κωμωδία με αξιοθαύμαστη άνεση.
          Το κεντρικό σκηνικό του Takis, μια κατακόκκινη μεγάλη πύλη – υπενθύμιζε τη γυναικεία σεξουαλικότητα και την αποχή από τον έρωτα, δηλ. τον βασικό μοχλό της αριστοφανικής πλοκής. Τα κοστούμια του, πολύχρωμα, δεν ακολούθησαν καμία λογική εποχής.
          Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αξιοποίησαν το μνημείο χωρίς να το καπελώσουν. Την ωραία κίνηση του θιάσου επιμελήθηκε ο Θοδωρής Πανάς.
          Σε μια παράσταση που έμοιαζε να λειτουργεί διαρκώς στο κόκκινο, το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν η ισορροπία ανάμεσα στην ατομική παρουσία και τη συλλογικότητα. Κανείς δεν χάθηκε μέσα στο σύνολο και κανείς δεν λειτούργησε εις βάρος του. Οι ερμηνείες των ηθοποιών κινήθηκαν σε υψηλό επίπεδο, ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμωδία και τη μουσική σκηνή. Μια γιορτή, όπου η τεχνική συναντούσε την ελευθερία, η μουσική τη σάτιρα και η θεατρική πειθαρχία τη χαρά του παιχνιδιού. Ιδιαίτερα οι γυναικείοι χαρακτήρες ήταν η κινητήριος δύναμη της παράστασης, συνδυάζοντας δυναμισμό, χιούμορ και θεατρική γοητεία.
          Στο κέντρο αυτής της θεατρικής δίνης βρισκόταν η Λένα Ουζουνίδου, μια «Λυσιστράτη» που κυριαρχούσε στη σκηνή από την πρώτη στιγμή. Με σκηνική αυτοπεποίθηση, έπλασε μια ηρωίδα που δεν κήρυττε απλώς την επανάσταση των γυναικών, αλλά τη διεύθυνε σαν μαέστρος μιας ορχήστρας ανθρώπινης τρέλας. Η ερμηνεία της διέθετε νεύρο, ρυθμό, ειρωνεία και εκείνη τη σπάνια ποιότητα που κάνει το κοινό να την παρακολουθεί ακόμη και όταν δεν μιλά.
          Ο Χριστόφορος Σταμπόγλης εμφύσησε στον «Πρόβουλο» το απαραίτητο ειδικό βάρος. Με την επιβλητική φωνή, τη σκηνική του αρχοντιά και την υποκριτική του εμπειρία, μετέτρεψε τον εκπρόσωπο της ανδρικής εξουσίας σε μια απολαυστικά αμήχανη φιγούρα που βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει μπροστά στα μάτια του.
          Ο Κώστας Μπουγιώτης ως «Απόλλων» - «Κομπέρ» ήταν ο απολαυστικός τελετάρχης του χάους. Με σκηνική άνεση και αστείρευτη ενέργεια, λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο κοινό και το παράλογο σύμπαν της παράστασης.
          Ο Κώστας Βενετσάνος στον ρόλο του βέρου Αθηναίου απέδωσε ιδανικά τον τύπο του «παντογνώστη Έλληνα» που σχολιάζει τα πάντα και δεν λύνει τίποτα. Μια ερμηνεία γεμάτη λεπτές σατιρικές πινελιές.
          Ο Γιώργος Στιβανάκης, ως «Θηβαία» - «Ανάπηρος στρατιώτης», αποδείχθηκε ιδιαίτερα ευέλικτος στις εναλλαγές χαρακτήρων. Δημιούργησε δύο διαφορετικές σκηνικές παρουσίες με σαφή ταυτότητα και πολύ καλό κωμικό μέτρο.
          Η Στέλλα Κρούσκα, ως «Μυρίνη», πρόσφερε μία από τις πιο ολοκληρωμένες κωμικές ερμηνείες της βραδιάς. Με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και απόλυτο έλεγχο της σωματικής κωμωδίας, έχτισε έναν χαρακτήρα γεμάτο νάζι, πονηριά και θεατρική ευφυΐα.
          Άριστος χειριστής του αριστοφανικού ερωτισμού αποδείχθηκε ο Χρήστος Γεροντίδης στον ρόλο του «Κινησία». Με εκφραστικότητα και αστείρευτη ενέργεια δημιούργησε έναν ήρωα παγιδευμένο ανάμεσα στην επιθυμία και την απελπισία, προσφέροντας σκηνές που προκαλούν αβίαστο γέλιο χωρίς να διολισθαίνουν ποτέ στη φάρσα.
          Πληθωρική η παρουσία της Αργυρούς Καπαρού ως «Λαμπιτώς» και δυναμική η παρουσία της Πένυς Ξενάκη στον ρόλο της «Μπάμπουσκα Κορυφαίας».
          Ανατριχιαστικός, ως «Ιεροψάλτης», ήταν ο Θεολόγος Παπανικολάου, άμεση η Σοφία Κουνιά στον λαϊκό κωμικό χαρακτήρα της «Κλεονίκης», ευθύβολος ο Κωνσταντίνος Τσονόπουλος ως «Θηβαία» - «Βαγγέλας».
          Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Σπύρος Πινκερίδης, Σάκης Καραθανάσης, Βενετία Καναβέλλη, Γεωργία Αμοργιαννιώτη, Μαριλένα Μόσχου, Μαρία Παπαδοπούλου, Έλενα Καφούρου) υπηρέτησαν με κέφι τους χαρακτήρες τους.
          Κι έπειτα ήρθε η Δήμητρα Γαλάνη. Η εμφάνισή της ως Θεά Αθηνά αποτελούσε από μόνη της θεατρικό γεγονός. Η παρουσία της διέθετε εκείνο το δυσεύρετο μείγμα κύρους, γοητείας και αυτογνωσίας που μόνο οι πραγματικές προσωπικότητες της τέχνης μπορούν να φέρουν στη σκηνή. Και τότε, η παράσταση απέκτησε στιγμιαία μια διάσταση σχεδόν τελετουργική, προτού επιστρέψει ξανά στο σατιρικό της πανηγύρι.
          Αδιαμφισβήτητα, οι μουσικοί επί σκηνής (Δημήτριος Ανδρεάδης πιάνο, μουσική διεύθυνση, ενορχήστρωση, Δημήτρης Κικλής πλήκτρα, Γιώργος Ταμιωλάκης βιολοντσέλο, ευφώνιο, Λάμπρος Παπανικολάου κόντρα μπάσο, Θεολόγος Παπανικολάου βιολί, Κοσμάς Κοκόλης κιθάρα, μπουζούκι, Νίκος Κατσίκης σολίστ (μαντολίνο, ισπανικό λαούτο, μπουζούκι) έδωσαν πνοή και τέμπο στο δρώμενο.
          Και κάπου ανάμεσα στις νότες, τα πειράγματα και τις θεατρικές υπερβολές, ο Αριστοφάνης έμοιαζε να χαμογελά αυτάρεσκα, σαν να συνειδητοποιούσε πως η παράσταση δεν προσπάθησε ούτε στιγμή να γίνει «σημαντική». Και γι' αυτό κατάφερε να είναι.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.