«ΑΛΚΗΣΤΙΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Παρασκευή, 24/07/2026 00:32
Η «Άλκηστις» του Ευριπίδη υπήρξε ανέκαθεν ένα έργο που αντιστάθηκε στις εύκολες ταξινομήσεις. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ένα έργο εκτός των ορίων. Δεν είναι ακριβώς τραγωδία, αλλά ούτε και κωμωδία. Στέκεται σε ένα αμφίσημο, υβριδικό πεδίο, εκεί όπου η ζωή αγγίζει τον θάνατο χωρίς να τον νικάει, εκεί όπου η αγάπη δοκιμάζεται χωρίς να εξιδανικεύεται, εκεί όπου ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στη μοίρα του γυμνός από βεβαιότητες.
Δεν υπάρχουν ήρωες, παρά μόνο πρόσωπα που αναμετρώνται με το βάρος της επιλογής, με το τίμημα της ύπαρξης και την αλήθεια της απώλειας. Και ίσως γι' αυτό, περισσότερο από κάθε άλλο ευριπίδειο έργο, εξακολουθεί να γεννά διαφορετικές αναγνώσεις και να προκαλεί έντονες συζητήσεις.
Η πρόσφατη σκηνοθετική πρόταση του Δημήτρη Καραντζά στο Αργολικό θέατρο της Επιδαύρου βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης. Πολλά ειπώθηκαν για την επιλογή του να μην ακολουθήσει την πεπατημένη οδό, που αναδεικνύει κυρίως το κωμικό στοιχείο του έργου, αλλά να στραφεί προς μια πιο σκοτεινή, υπαρξιακή και εσωτερική ανάγνωση. Ωστόσο, η ίδια η φύση της Άλκηστης επιτρέπει τέτοιες αποκλίσεις. Η δραματουργική της ιδιομορφία δεν υπαγορεύει μία μόνο σκηνική λύση. Αντιθέτως, αφήνει ανοιχτό τον χώρο για ερμηνείες που φωτίζουν κάθε φορά διαφορετικές όψεις του ίδιου κειμένου.
Η παράσταση, λοιπόν, επέλεξε να βαδίσει, σχεδόν, αποκλειστικά στο μονοπάτι του πένθους, αφήνοντας τις κωμικές ανάσες να εμφανίζονται μόνο στιγμιαία, σαν σύντομες αναλαμπές φωτός μέσα σε έναν κόσμο βυθισμένο στη σκιά. Η σκηνοθεσία του Καραντζά απογύμνωσε το έργο από κάθε διάθεση εξωστρέφειας και το μετέτρεψε σε σκοτεινό παραμύθι.
Διάβασε το παράδοξο τούτο έργο του Ευριπίδη σαν ένα μοιρολόι για την ανθρώπινη αδυναμία απέναντι στον θάνατο και επέλεξε συνειδητά να σταθεί στο τραύμα που έχει ήδη συντελεστεί, συνομιλώντας έτσι αναπόφευκτα με τη σημερινή ορατότητα της έμφυλης βίας, με τις γυναικοκτονίες και, ευρύτερα, με τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο. Η επιστροφή της Άλκηστης από τον Κάτω Κόσμο μοιάζει περισσότερο με στοιχειωμένη επιβίωση παρά με θρίαμβο της ζωής. Η σιωπή της γίνεται εκκωφαντική υπενθύμιση όλων εκείνων των γυναικών που η ιστορία, αλλά και η σύγχρονη κοινωνία, μετατρέπει σε σύμβολα αυτοθυσίας, αντί να αναγνωρίσει τη βία που έχουν υποστεί. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Άλκηστις επιστρέφει στη ζωή, αλλά αν μπορεί ποτέ να επιστρέψει πραγματικά, όταν έχει προηγηθεί η απόλυτη αυτοθυσία για να σωθεί ένας άνδρας. Έτσι, το έργο αποκτά μια έντονα σύγχρονη διάσταση. Η αυτοθυσία της δεν αφορά μόνο τον αρχαίο μύθο. Γίνεται αλληγορία για τις αόρατες και ορατές μορφές βίας που εξακολουθούν να καθορίζουν τη γυναικεία εμπειρία
Και μπορεί αυτή η επιλογή να γέννησε εικόνες σκηνικής ομορφιάς και υποβλητικής δύναμης, ωστόσο θυσίασε ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του έργου: εκείνη τη λεπτή ειρωνική ρωγμή που κάνει τον θεατή να αμφιβάλλει συνεχώς για το αν παρακολουθεί μια τραγωδία, μια πικρή κωμωδία ή κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο, εκεί όπου το γέλιο και το δάκρυ συνυπάρχουν αξεδιάλυτα. Γιατί πρόκειται για ένα έργο που διαρκώς αμφισβητεί τον ίδιο του τον τόνο, ακροβατώντας μεταξύ τραγικού, παράδοξου και σχεδόν κωμικού. Ο Ποιητής δεν εξιδανικεύει τον Άδμητο, τουναντίον τον εκθέτει. Δεν παρουσιάζει τον Ηρακλή μόνο ως ημίθεο σωτήρα, αλλά σαν μια ανθρώπινη μορφή με αδυναμίες, που εισβάλλει ξαφνικά μέσα στο πένθος, δημιουργώντας μία γόνιμη δραματουργική αμηχανία. Ο σκηνοθέτης επέλεξε να ανασύρει από το κείμενο σχεδόν αποκλειστικά το πένθος, μετατρέποντας την Επίδαυρο σε έναν τόπο αδιάκοπης αναμέτρησης με τον θάνατο.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την δραματουργική ανάγνωση έπαιξε το επιβλητικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη. Ένα μεταλλικό, επικλινές οικοδόμημα, ψυχρό και αφιλόξενο, που έμοιαζε περισσότερο με χοάνη ψυχών. Η κλίση του σκηνικού λειτουργούσε σαν συνεχής υπενθύμιση πως τίποτε δεν βρισκόταν σε ισορροπία. Όλοι γλιστρούσαν αργά προς την αναπόφευκτη κατάληξη. Οι κρύπτες επάνω στη μεταλλική του επιφάνεια μετατρέπονταν σε περάσματα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και εκείνον των νεκρών, σαν πληγές που διαρκώς άνοιγαν στο σώμα της σκηνής.
Και εκεί, στη βάση αυτού του επικλινούς κόσμου, στεκόταν ο Θάνατος. Η Θεοδώρα Τζήμου, ντυμένη με ένα τεράστιο μαύρο φόρεμα, φάνταζε σαν μια αμετάβλητη, ατάραχη δύναμη. Διαρκώς παρούσα, παρακολουθούσε, περίμενε, κινούσε αόρατα τα νήματα της ζωής και του θανάτου χωρίς να χρειάζεται να επιβληθεί. Η παρουσία της γινόταν το σταθερό κέντρο βάρους της παράστασης, δημιουργώντας μια ανατριχιαστική αίσθηση ότι οι ήρωες δεν αποφασίζουν ποτέ πραγματικά για τη μοίρα τους. Απλώς κινούνταν μέσα σε έναν μηχανισμό που έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία.
Γύρω από αυτόν τον κόσμο, υπήρχαν βρύσες που έσταζαν αδιάκοπα νερό. Σταγόνα τη σταγόνα, ο χρόνος αποκτούσε υλική υπόσταση σαν μια διαρκή ηχητική υπενθύμιση της φθοράς. Κάθε σταγόνα έμοιαζε να μετρά αντίστροφα τις στιγμές της Άλκηστης, να ξεπλένει τις ελπίδες του Άδμητου, να χαράζει την αργή διαδρομή προς την απώλεια.
Το ημίφως της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, κυρίαρχο σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ενίσχυε την αίσθηση μιας πραγματικότητας που αιωρείται ανάμεσα στη ζωή και στον ζόφο. Τίποτε δεν φωτιζόταν ολοκληρωτικά και τίποτε δεν αποκαλυπτόταν πλήρως.
Εξίσου καθοριστική αποδείχθηκε η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη. Τα τρομπόνια και οι χορδές, τοποθετημένα επάνω στο σκηνικό σαν αναπόσπαστα κομμάτια του σκηνικού σύμπαντος, παρήγαγαν στριγγούς, μεταλλικούς ήχους, στοιχειώνοντας τη δράση σαν κραυγές ενός κόσμου που καταρρέει, σαν ανάσες του ίδιου του θανάτου.
Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είχαν ουσία.
Ερμηνευτικά ο θίασος κινήθηκε σε υψηλά επίπεδα. Διατηρώ τις ενστάσεις μου για την παρουσία του Γιάννη Νιάρρου στον ρόλο του «Άδμηττου». Ο πολύ καλός ηθοποιός δεν μπόρεσε να σηκώσει το ψυχολογικό βάρος του ήρωα. Ο θρήνος του έμοιαζε περισσότερο δηλωμένος παρά βιωμένος, χωρίς τις αναγκαίες διακυμάνσεις που θα αποκάλυπταν τις αντιφάσεις ενός ανθρώπου, ο οποίος σώζει τη ζωή του πληρώνοντας το πιο ακριβό τίμημα. Οι εσωτερικές αποχρώσεις του ρόλου παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αθέατες, με αποτέλεσμα η ενοχή, η αγάπη, η δειλία και η συντριβή να μην αποκτούν ποτέ την ένταση που απαιτεί ο πυρήνας του έργου.
Η Ηρώ Μπέζου εμφύσησε στην «Άλκηστη» εσωτερικούς κραδασμούς και σπαραγμό μπροστά στη θέα του θανάτου.
Ανατριχιαστική η Θεοδώρα Τζήμου ως «Θάνατος» με απόλυτη σκηνική οικονομία, κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν από τους πιο δυνατούς σκηνικούς συμβολισμούς της συνθήκης. Η ακινησία της αποκτούσε μεγαλύτερη δύναμη από οποιαδήποτε έκρηξη.
Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, ως «Φέρης», παρέδωσε μία από τις πληρέστερες ερμηνείες της βραδιάς. Η σύγκρουσή του με τον Άδμητο απέκτησε βάθος και την τραγική ειρωνεία, υπενθυμίζοντας πως το έργο δεν αφορά μόνο τη θυσία αλλά και τη δύσκολη ευθύνη της επιβίωσης.
Απολαυστικός και αντίβαρο στην βαριά ατμόσφαιρα αποδείχθηκε ο Γιώργος Ζυγούρης στον ρόλο του καλοπερασάκια «Ηρακλή», που αντί για λεοντή φορούσε ακορντεόν στην πλάτη και ήταν η χαρά της ζωής.
Πολύ καλοί ο Αινείας Τσαμάτης και η Δήμητρα Βλογκοπούλου στους ρόλους των υπηρετών, πρόσφεραν μερικές από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της παράστασης, φωτίζοντας την καθημερινή διάσταση του πένθους.
Ευθύβολος στο σύντομο πέρασμά του ως «Απολλων» ο Κώστας Νικούλι.
Κι ο Χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουιτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Αγγελος-Προκόπης Νεράντζης και Γιώργος Σκαρλάτος αποτέλεσε την κρυφή δύναμη της παράστασης. Ένας ζωντανός οργανισμός που παλλόταν, αγωνιούσε θρηνούσε και σχολίαζε με ακρίβεια στην κίνηση (Τάσος Καραχάλιος).
Κι αν η «Άλκηστις» δεν μιλάει τελικά για την αγάπη; Κι αν μιλάει για το βάρος που μεταφέρει πάντα ο πιο αδύναμος; Ο Άδμητος ζει. Η Άλκηστις πεθαίνει. Όχι γιατί το θέλει. Αλλά γιατί κάποιος πρέπει να πληρώσει το τίμημα. Στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, ο μύθος απογυμνώνεται από τον ρομαντισμό του και μένουν μόνο τα σώματα, οι φωνές και μία αμείλικτη ερώτηση: Ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει περισσότερο;
Φεύγοντας από το θέατρο, θυμάσαι έναν επικλινή κόσμο που καταρρέει αργά, σταγόνες νερού που μετρούν τον χρόνο, μεταλλικούς ήχους που σκίζουν τη σιωπή, μία μαύρη μορφή που δεν έφυγε ποτέ από τη σκηνή, γιατί ποτέ δεν φεύγει πραγματικά ο θάνατος από τη ζωή μας.


