Μιλούσε για το σκοτάδι που έζησε, με ένα πρόσωπο ήρεμο και ολόφωτο. Απέναντί μου ήταν η Αλέκα Παΐζη, η μεγάλη κυρία του ελληνικού θεάτρου
Ο Μοσχόπουλος δείχνει για ακόμη μία φορά την εμμονή του σε ένα θέατρο που δεν καθησυχάζει, αλλά κρατά σε διαρκή εγρήγορση. Η παράσταση δεν «οδηγεί» το συναίσθημα, το αφήνει να αναδυθεί. Η ημέρα κλείνει όπως άνοιξε. Με αδιέξοδο…
Η Ανέζα δε ξεπούλησε τίποτα ποτέ. Και δε χαρίστηκε ποτέ σε κανέναν. Ούτε στον ίδιο της τον εαυτό.
Στην τελευταία επίσκεψη μου στο McKittrick Hotel ήξερα ότι δεν πάω να δω μια παράσταση, αλλά πως πρόκειται να μπω σε έναν καινούριο κόσμο. Και έτσι έγινε…
Ο δημοφιλής ηθοποιός πιστεύει πως έχει έρθει ο καιρός να αλλάξουν όλα. Nα μπούμε σε μια νέα εποχή, καλύτερη για όλους μας και πιο πολύ για τα παιδιά μας.
Ο Μοσχόπουλος δείχνει για ακόμη μία φορά την εμμονή του σε ένα θέατρο που δεν καθησυχάζει, αλλά κρατά σε διαρκή εγρήγορση. Η παράσταση δεν «οδηγεί» το συναίσθημα, το αφήνει να αναδυθεί. Η ημέρα κλείνει όπως άνοιξε. Με αδιέξοδο…
Η σκηνοθετική ανάγνωση αρνείται να προσφέρει την παρηγοριά της «αντίστασης από θέση ασφαλείας». Δεν εξωραΐζει την επιλογή της ρήξης. Αναδεικνύει την επαγγελματική αβεβαιότητα, τον αποκλεισμό από δίκτυα και την αόρατη μαύρη λίστα.
Ένας «Σόλνες» μονίμως στο ίδιο συναισθηματικό επίπεδο. Θυμωμένος, φοβισμένος, έτοιμος να καταρρεύσει από την αρχή ως το τέλος. Χωρίς αιφνιδιασμό όμως, η πτώση χάνει τη δύναμή της.
Η παράσταση λειτουργεί ως ένα σκληρό, σχεδόν αμείλικτο σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη αντοχή, την κοινωνική εκμετάλλευση και την ψευδαίσθηση της ελπίδας.